Αργεντινή


Αργεντινή
Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει ΒΑ με την Ουρουγουάη και τη Βραζιλία, Β με την Παραγουάη, ΒΔ με τη Βολιβία, Δ και ΝΔ με τη Χιλή, ενώ μια χιλιανή στενή λωρίδα γης τη χωρίζει από το έδαφος της Γης του Πυρός. Ανατολικά βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό.Η Α., όμοια στο σχήμα με ένα τρίγωνο που επαναλαμβάνει το γενικό σχήμα της Νότιας Αμερικής, με τη βάση στα βόρεια και την κορυφή στο σημείο όπου τα νερά του Ατλαντικού ενώνονται με τα νερά του Ειρηνικού, εκτείνεται σε μεγάλο μέρος του νότιου τμήματος της ηπείρου και προχωρεί με το ανατολικό τμήμα της Γης του Πυρός προς την Ανταρκτική. Στα Α (επί 2.600 τ. χλμ.) βρέχεται από τον Ατλαντικό ωκεανό και παντού, εκτός από τα βόρεια όπου η μεθόριος με τη Βολιβία ακολουθεί σε μερικά σημεία συμβατικές γραμμές, γεωγραφικά στοιχεία (ποτάμια και ορεινά) ορίζουν την περιοχή της: ο Ρίο ντε λα Πλάτα και ο ποταμός Ουρουγουάης αποτελούν τη μεθόριο με την Ουρουγουάη, ο Ουρουγουάης και ο Ιγκουασού με τη Βραζιλία, ο Παρανά, ο Παραγουάης και ο Πιλκομάγιο με την Παραγουάη, ενώ ο υδροκρίτης των Άνδεων χωρίζει την Α. από τη Χιλή. Η Α. διεκδικεί τη συστάδα των νησιών Φόκλαντ, που αποτελείται από δύο μεγάλα νησιά και περίπου 100 νησάκια, τα οποία βρίσκονται στα ανατολικά της Γης του Πυρός και τα κατέχει από το 1833 η Μεγάλη Βρετανία.Διοικητικά η Α. διαιρείται σε 24 περιφέρειες (μαζί με την περιφέρεια ομοσπονδιακής πρωτεύουσας), ενώ υπάρχει και ένα εθνικό έδαφος αποτελούμενο από τη Γη του Πυρός, την Α. Ανταρκτική και τα Νησιά του Νότιου Ατλαντικού. Με τα εδάφη αυτά, εκτός του ηπειρωτικού κορμού της Α., η συνολική έκταση φτάνει τα 2.810.000 τ. χλμ. Οι 24 περιφέρειες είναι οι εξής (σε παρένθεση η λατινική γραφή, η πρωτεύουσα και ο πληθυσμός της περιφέρειας το 2001): Γη του Πυρός (Tierra del Fuego, Ουσουαΐα, 110.960), Έντρε Ρίος (Entre Rios, Παρανά, 1.156.799), Καταμάρκα (Catamarca, Σαν Φερνάντο, 333.661), Κόρδοβα (Cόrdoba, Κόρδοβα, 3.061.611), Κοριέντες (Corrientes, Κοριέντες, 929.236), Λα Πάμπα (La Pampa, Σάντα Ρόζα, 298.460), Λα Ριόχα (La Rioja, Λα Ριόχα, 289.820), Μεντόζα (Mendoza, Μεντόζα, 1.576.585), Μισιόνες (Misiones, Ποσάντας, 963.869), Μπουένος Άιρες (Buenos Aires, Λα Πλάτα, 13.818.677), Νεουκέν (Neuquén, Νεουκέν, 473.315), Περιφέρεια του Μπουένος Άιρες (Ciudad de Buenos Aires, Μπουένος Άιρες, 2.768.772), Ρίο Νέγκρο (Rio Negro, Βιεντμά, 552.677), Σάλτα (Salta, Σάλτα, 1.079.422), Σαν Χουάν (San Juan, Σαν Χουάν, 622.094), Σαν Λουίς (San Luis, Σαν Λουίς, 366.900), Σάντα Κρους (Santa Cruz, Ρίο Γκαλιέγκος, 197.191), Σάντα Φε (Santa Fe, Σάντα Φε, 2.997.376), Σαντιάγκο ντε Εστέρο (Santiago de Estero, Σαντιάγκο ντελ Εστέρο, 806.347), Τουκουμάν (Tucumάn, Σαν Μιγκέλ δε Τουκουμάν, 1.336.664), Τσάκο (Chaco, Ρεζιστέντσια, 983.087), Τσουμπούτ (Chubut, Ρόσον, 413.240), Φορμόσα (Formosa, Φορμόσα, 485.700) και Χουχούι (Jujuy, Σαν Σαλβαδόρ δε Χουχούι, 611.484).Επίσημη γλώσσα είναι η ισπανική, ενώ ομιλούνται επίσης τα αγγλικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά και τα γερμανικά. Οι λευκοί υπερτερούν σε ποσοστό 97% και ακολουθούν οι μιγάδες (μεστίζο), οι αμερινδοί και άλλα φύλα.Η Α. είναι ομοσπονδιακή δημοκρατία, ανεξάρτητη από το 1816. Το νέο σύνταγμα, που ψηφίστηκε το 1994, αντικατέστησε το προηγούμενο του 1983, το οποίο στηριζόταν στις αρχές του πρώτου συντάγματος της χώρας που είχε ψηφιστεί το 1853. Η νομοθετική εξουσία εκχωρείται στη βουλή των αντιπροσώπων και τη γερουσία. Η πρώτη αποτελείται από 254 μέλη που εκλέγονται απευθείας από τον λαό για 4 χρόνια. Το 50% των μελών ανανεώνεται κάθε 2 χρόνια. Η γερουσία αποτελείται από 62 μέλη. Τα 48 εκλέγονται από ένα σώμα εκλεκτόρων, ενώ από έναν εκπρόσωπο εκλέγουν τα τοπικά νομοθετικά συμβούλια των 24 περιφερειών. Η θητεία τους, μετά το 1995, είναι 6ετής. Η εκτελεστική εξουσία ανήκει στον πρόεδρο της δημοκρατίας, ο οποίος εκλέγεται από τον λαό κάθε 4 χρόνια. Η θητεία του μπορεί να ανανεωθεί μία φορά. Κάθε περιφέρεια έχει τον δικό της εκλεγμένο κυβερνήτη και το τοπικό νομοθετικό συμβούλιο.Τα κύρια κόμματα στην Α. είναι τέσσερα, ενώ υπάρχει πλήθος τοπικών κομμάτων. Τα τέσσερα κυρίαρχα κόμματα είναι η Κίνηση για τη Δημοκρατία, το Μέτωπο για μία χώρα με Αλληλεγγύη, το Κόμμα της Δικαιοσύνης και η Επαναστατική Αστική Ένωση. Πρόεδρος της χώρας είναι ο Έντουαρντ Ντουάλντε από το 2002 και πρωθυπουργός ο Αλφρέντο Ατανάσοφ.Η δικαστική εξουσία ασκείται από το ανώτατο δικαστήριο, με έδρα στο Μπουένος Άιρες, και από τα ομοσπονδιακά και επαρχιακά δικαστήρια. Το ανώτατο δικαστήριο αποτελείται από 9 δικαστές που ορίζονται από τον πρόεδρο της δημοκρατίας.Η μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού ακολουθεί το ρωμαιοκαθολικό δόγμα (92%), αλλά υπάρχουν επίσης μειονότητες Εβραίων (500.000) και προτεσταντών. Αν και η εκκλησία παρουσιάζεται ισχυρή σε αριθμό πιστών, υπολογίζεται πως μόλις το 20% αυτών είναι θρησκευόμενοι. Πάντως, σύμφωνα με το σύνταγμα, ο πρόεδρος και ο αντιπρόεδρος της χώρας πρέπει να είναι καθολικοί.Κατά την περίοδο της αποικιοκρατίας η εκπαίδευση ακολούθησε το ισπανικό σύστημα. Το 1884 θεσπίστηκε νόμος που καθόριζε δωρεάν εκπαίδευση και υποχρεωτική φοίτηση από τα 6 έως τα 14 χρόνια. Κατά τη διάρκεια της κυβέρνησης Περόν επιβλήθηκε κρατικός έλεγχος στα πνευματικά ιδρύματα· ταυτόχρονα, ένα πενταετές σχέδιο για την παιδεία περιόρισε σημαντικά το ποσοστό αναλφαβητισμού, που σήμερα είναι από τα πιο χαμηλά της Λατινικής Αμερικής (3,8% το 1995). Η στοιχειώδης εκπαίδευση είναι δωρεάν, υποχρεωτική και διαρκεί 6 χρόνια. Μετά τα 12 χρόνια, ο μαθητής μπορεί να παρακολουθήσει μαθήματα για το μπακαλορεά ή να σπουδάσει σε ειδικές εμπορικές σχολές, που προσφέρουν τη δυνατότητα εισαγωγής στις σχολές οικονομικών επιστημών. Υπάρχουν επίσης εθνικές βιομηχανικές και γεωργικές σχολές, σχολές γλωσσών, καλών τεχνών και μουσικής. Στην Α. υπάρχουν δύο κατηγορίες πανεπιστημίων: κρατικά (31) και αρκετά ιδιωτικά.Η στρατιωτική θητεία ήταν υποχρεωτική για όλους τους άρρενες πολίτες μέχρι το 1995. Ανάμεσα στις παλιές παραδόσεις του ναυτικού της Α. εξέχουσα θέση κατέχει η Ναυτική Σχολή, που δημιουργήθηκε το 1872. Η συνολική δύναμη και των τριών σωμάτων ανερχόταν το 2001 σε 70.400 άνδρες, από τους οποίους οι 41.400 υπηρετούσαν στον στρατό ξηράς, οι 16.200 στο ναυτικό και οι 12.500 στην αεροπορία.Στους εργαζομένους παρέχεται ασφάλιση και ιατρική περίθαλψη και μάλιστα υψηλού επιπέδου, σε ό,τι αφορά τα αστικά κέντρα.Από γεωλογική άποψη, το έδαφος της Α. καταλαμβάνει το νοτιοανατολικό τμήμα της εκτεταμένης ηπειρωτικής υφαλοκρηπίδας που ονομάζεται Μπραζίλια, η οποία αποτελείται από μια κρυσταλλική βάση που χρονολογείται από το παλαιοζωικό και θεωρείται το δυτικό τμήμα της απέραντης, αρχέγονης ηπείρου, της Γκοντουάνα. Στο παλαιοζωικό η Μπραζίλια, στις παρυφές και στο μεσαίο τμήμα της σημερινής Α., υπέστη ορεογενετικές κινήσεις, εξαιτίας των οποίων σχηματίστηκαν οι υποανδικές σιέρες και οι σιέρες των πάμπας, ενώ στο μεσοζωικό ακουλούθησαν πτυχώσεις στη σημερνή Παταγονία και στο σημερινό βόρειο τμήμα της Γης του Πυρός. Στο νότιο αυτό τμήμα, όπως και στην ίδια τη λωρίδα των Άνδεων, δημιουργήθηκαν μεγάλοι βαθόλιθοι, εισδύσεις ενδογενών πετρωμάτων, κρυσταλλικών, που συνήθως συνοδεύουν τις ορεογενετικές διαδικασίες. Η ανδική ανύψωση, μετά τις αρχικές εκδηλώσεις του παλαιοζωικού και του δευτερογενούς, έφτασε στη μεγαλύτερη έντασή της στο τριτογενές· τελειοποιήθηκε στο πλειόκαινο και συνοδεύτηκε στη συνέχεια από έντονη ηφαιστειακή δραστηριότητα. Στην κρυσταλλική βάση βρίσκονται ιζηματογενείς σχηματισμοί διαφορετικοί και ισχυροί προπάντων στα βαθύπεδα: πάνω από τα θαλάσσια ιζήματα εκτείνονται τα στρώματα πρόσφατων εδαφών, κυρίως αργιλωδών στο Τσάκο και προσχωσιγενών στην πάμπα. Τα πρώτα αποτελούνται από τις σκόνες που μεταφέρθηκαν από τους ανέμους στις ξηρές μεταπαγετωνικές φάσεις· τα δεύτερα, αντίθετα, οφείλονται στη δημιουργική δράση των ποταμών.Η Α. είναι, μετά τη Βραζιλία, η πιο εκτεταμένη χώρα της Νότιας Αμερικής, της οποίας καταλαμβάνει όλο το νότιο τμήμα στα ανατολικά των Άνδεων, ανάμεσα στη Γη του Πυρός και στις μεγάλες πεδιάδες του Ρίο Παρανά. Ο γεωγραφικός πυρήνας της χώρας εκτείνεται γύρω από τον Ρίο ντε λα Πλάτα, τον μεγάλο ποταμόκολπο του ίδιου του Παρανά. Πύλη εισόδου της Νότιας Αμερικής, ανοίγεται ανάμεσα στις πεδιάδες του μεγάλου βαθυπέδου (που ονομάζεται βαθύπεδο του Πλάτα), που βρίσκει τη συνέχειά του στον ίδιο τον Ρίο ντε λα Πλάτα, ο οποίος είναι η φυσική οδός προσπέλασης στις εσωτερικές πεδιάδες. Πίσω από τα παράλια οι τεράστιες πεδινές εκτάσεις αποτελούνται τόσο από ποτάμιες φερτές ύλες όσο και από ιζηματογενή πετρώματα αιολικής φύσης (λες), στα οποία οφείλονται οι πολλές αναλογίες με τις μεγάλες βορειοαμερικανικές πεδιάδες. Πέρα από τις πεδιάδες, προς τα δυτικά, περνάμε στους πρόποδες των Άνδεων που υψώνονται επιβλητικές, αλλά μπροστά τους υπάρχει μια σειρά από μικρότερες συρρικνώσεις με κατεύθυνση από τα νότια προς τα βόρεια. Ψηλές, πάνω από την περιοχή αυτή, δεσπόζουν οι άσπρες κορυφές των Άνδεων, που στο τμήμα αυτό του συστήματος φτάνουν το μεγαλύτερο ύψος με την Ακονκάγκουα (6.959 μ.), στις οποίες προχωρεί, με τον ηπειρωτικό υδροκρίτη, η μεθόριος της Α. Προς τα νότια η χώρα περιλαμβάνει τα υψίπεδα της Παταγονίας, που αντιστοιχούν σε μια γενική ανύψωση της νοτιοαμερικανικής ηπειρωτικής κορυφής και σε ένα τμήμα της Γης του Πυρός. Με την ονομασία Πάμπα χαρακτηρίζεται μια τεράστια περιοχή που εκτείνεται στα νότια και στα δυτικά της γραμμής που χαράζουν ο Παρανά και ο Ρίο ντε λα Πλάτα μέχρι τον Κολοράδο και η οποία περιλαμβάνεται ανάμεσα στις Άνδεις και στη θάλασσα. Είναι μια πεδινή περιοχή, φαινομενικά χωρίς σύνορα, γυμνή και άγονη. Στην περιοχή διακρίνονται συνήθως δύο τμήματα: αφενός η ανατολική Πάμπα, που περιλαμβάνει την επαρχία Μπουένος Άιρες (εκτός από το νότιο άκρο), το βορειοδυτικό τμήμα της επαρχίας Λα Πάμπα, το νότιο τμήμα της επαρχίας Σάντα Φε και το ανατολικό τμήμα της επαρχίας Κόρδοβα, και αφετέρου η δυτική Πάμπα, που εκτείνεται προς τα ΒΔ μπαίνοντας σαν σφήνα ανάμεσα στο Ρίο Σαλάδο στα Α, στο ανάγλυφο της Πούνα στα Β και στην κορδιλιέρα στα Δ. Στο νότιο τμήμα της ανατολικής Πάμπας, τα αρχαία πετρώματα που σχηματίζουν τη βάση αναδύονται στις ράχες των οροσειρών Ταντίλ και Βεντάνα. Η δυτική Πάμπα, που ονομάζεται επίσης Περιοχή του Όρους, διαφέρει από την ανατολική στα αξιοσημείωτα ανάγλυφα που εναλλάσσονται με την πεδιάδα. Είναι οι σιέρες των πάμπας και οι προανδικές, που προχωρούν από τα Β στα Ν στους πρόποδες του ανάγλυφου της Πούνα, αρχικά χαμηλές και αραιές και ύστερα, με τη γειτνίαση των Άνδεων, ολοένα πιο ψηλές και συχνές. Σχηματίζουν λίγο έως πολύ παράλληλες δέσμες και χωρίζονται από πεδινές περιοχές, κλειστές από υδρογραφική άποψη, καλυμμένες από αλατούχες κρούστες (σαλίνας). Η πιο ανατολική δέσμη ή ομάδα αποτελείται από τη Σιέρα δε Κόρδοβα στα ΒΔ· πέρα από το βαθύπεδο των Σαλίνας Γκράντες υψώνεται, με χαρακτηριστικά ψηλών ορέων, η Σιέρα δε Ακονκίχα, που φτάνει τα 5.550 μ.· τέλος, στα Δ και με μορφολογία και υδρογραφία αρκετά περίπλοκες, με διαμήκεις κοιλάδες που ενώνονται συχνά με άλλες εγκάρσιες, υψώνεται η περίπλοκη δέσμη των ορέων Λα Ριόχα, το κυριότερο τμήμα των οποίων παίρνει την ονομασία Σιέρα δε Φαματίνα, ύψους μέχρι 6.000 μ. Το Τσάκο είναι ένα εξαιρετικά εκτεταμένο εσωτερικό έδαφος (περ. 700.000 τ. χλμ.), που εκτείνεται ανάμεσα στο υψίπεδο Βελάσκο στα Β, στο Ρίο Σαλάδο στα Ν, στους ανατολικούς πρόποδες των Άνδεων στα Δ και στους ποταμούς Παρανά και Παραγουάη στα Α. Διαιρείται σε τρία τμήματα: στο νότιο Τσάκο, ανάμεσα στους ποταμούς Σαλάδο και Μπερμέχο, στο κεντρικό Τσάκο, ανάμεσα στον Μπερμέχο και στον Πιλκομάγιο, και στο βόρειο Τσάκο, στα βόρεια του Πιλκομάγιο. Στην Α. ανήκουν το νότιο Τσάκο και το κεντρικό Τσάκο, δηλαδή ένα βαθύπεδο με έκταση περίπου 500.000 τ. χλμ. και πλάτος από 600 μέχρι 700 χλμ. που από ένα ύψος 300 μ. στα ΒΔ, στους πρόποδες των Άνδεων, κατεβαίνει ανεπαίσθητα προς τα ΝΑ μέχρι τα 80 μέτρα. Χαμηλές θίνες κοντά στον ποταμό Παραγουάη και μέτριες κυματώσεις προς την ανδική περιοχή διακόπτουν την ομοιομορφία του τοπίου. Τα πετρώματα της βάσης καλύπτονται τελείως από ιζηματογενή εδάφη, αργιλώδη κυρίως, στα οποία έχει εναποτεθεί ένας μανδύας από αρκετά εύφορο χούμο. Το τμήμα της Α. που περιλαμβάνεται ανάμεσα στους ποταμούς Παρανά και Ουρουγουάη και το οποίο εισχωρεί σαν σφήνα προς τα ΒΑ με μια στενή απόφυση, ανάμεσα στη Βραζιλία και στην Παραγουάη, ονομάζεται Μεσοποταμία. Η περιοχή, από μορφολογική άποψη, παρουσιάζεται ως πεδινό έδαφος, χαμηλό και βαλτώδες, πλούσιο σε τέλματα, εστέρος και μπανιάδος στο βόρειο τμήμα, και με απαλές κυματώσεις (κουτσίλιας), που παίζουν ρόλο υδροκρίτη ανάμεσα στους ποταμούς Παρανά, Ουρουγουάη και στους παραποτάμους τους στο νότιο τμήμα. Το έδαφος αποτελείται στην επιφάνεια από λες στην επαρχία Έντρε Ρίος, ενώ στην επαρχία Κοριέντες επικρατούν οι κόκκινοι ψαμμίτες. Πολύ διαφορετικά χαρακτηριστικά παρουσιάζει η επαρχία Μισιόνες (στα ΒΑ), με κόκκινους ψαμμίτες και μελαφύρες, που κάτω από τη δράση του θερμού και υγρού κλίματος έχουν δημιουργήσει λατερίτες. Το έδαφος, κυρίως λοφώδες, φτάνει εδώ το ύψος των 750 μ., χωρίς ωστόσο να σχηματίζει σε κανένα σημείο πραγματική σιέρα, και παρουσιάζει κοιλάδες που έχουν χαραχτεί από τους πολυάριθμους παραποτάμους του Παρανά και του Ουρουγουάη. Η ανατολική πλευρά των Άνδεων που ανήκει στην Α. διαιρείται σε δύο τμήματα: ένα από το βολιβιανό υψίπεδο μέχρι τις πηγές του Νεουκέν και το άλλο από το Νεουκέν μέχρι το άκρο της Γης του Πυρός. Στο βορειότερο τμήμα το ανάγλυφο είναι περίπλοκο, περιλαμβάνοντας μια σειρά από μεγάλα υψίπεδα, χωρίς εκροή στη θάλασσα, που συχνά καταλαμβάνονται από σαλάρες, τα οποία ορίζονται από επιβλητικές αλυσίδες. Τα υψίπεδα αυτά, που είναι ένα τμήμα των υψιπέδων που εκτείνονται κατά ένα μέρος και στη νοτιοδυτικά Βολιβία και στη βόρεια Χιλή, παίρνουν τη γενική ονομασία Πούνα δε Ατακάμα. Στα Δ υψώνεται μια σειρά από ηφαιστειακά συγκροτήματα, πρόσφατα ή ακόμα ενεργά, όπως το Σοκόμπα (6.031 μ.) και το Λιουλιαϊλιάκο (6.723 μ.), ενώ στα Α εκτείνεται η Κορδιλιέρα Ρεάλ, με κορυφές που ξεπερνούν τα 6.000 μ. (Νεβάδο δε Τσάνι 6.200 μ., Νεβάδο δε Ακάι 5.950 μ., Νεβάδο δε Κάτσι 6.720 μ.). Η κορδιλιέρα, που αποτελείται βασικά από παλαιοζωικά και μεσοζωικά πετρώματα, στα οποία υψώνονται ηφαιστειακοί κώνοι, υπόκειται, λόγω της απουσίας δασικού μανδύα, σε ισχυρή διάβρωση, με συσσώρευση μεγάλων ποσοτήτων φερτών υλών στα πιο χαμηλά τμήματα. Στα Ν της Πούνα στενεύει, αλλά διατηρείται πολύ υψηλή. Λίγα και δύσκολα είναι τα περάσματα, ανάμεσα στα οποία το πιο γνωστό είναι το πέρασμα Ουσπαλιάτα (Λα Κούμπρε), σε ύψος πάνω από 3.800 μ. Ανάμεσα σε αυτό και στο πέρασμα Ασούφρε, βορειότερα, υψώνονται οι πιο ψηλές κορυφές· ανάμεσά τους, εκτός από την Ακονκάγκουα, η Μερσεδάριο (6.770 μ.). Εκτεταμένες χιονοσκεπείς εκτάσεις και πολυάριθμοι παγετώνες βρίσκονται στα Ν του 32ου παραλλήλου, ενώ στο βόρειο τμήμα, λόγω του άγονου κλίματος, το όριο των αιώνιων χιονιών είναι πάρα πολύ υψηλό (στον 28ο παράλληλο στα 6.000 μ.). Στα Ν των πηγών του Νεουκέν αρχίζουν οι Άνδεις της Παταγονίας, λιγότερο ψηλές (Σέρο Τροναδόρ, 3.552 μ.), που αποτελούνται βασικά από γρανίτες και διορίτες, παράλληλα με τους οποίους υπάρχει στα Α μια λωρίδα από αργιλώδεις σχίστες, ψαμμίτες και κρητιδικούς ασβεστόλιθους. Διαμορφωμένες από την παγετωνική δράση του τεταρτογενούς, παρουσιάζουν μυτερές και πριονωτές κορυφές, κοιλάδες με επίπεδο πυθμένα επάνω, αλλά χαραγμένες κάτω από βαθιές και εγκιβωτισμένες κλεισώρειες. Εξάλλου, στα Ν του 46ου παραλλήλου εκτείνονται δύο μεγάλοι θόλοι πάγου, από τους οποίους κατεβαίνουν επιβλητικές γλώσσες. Στα Ν του Ρίο Κολοράδο και μέχρι τον πορθμό του Μαγγελάνου, ανάμεσα στις Άνδεις και στον Ατλαντικό ωκεανό, εκτείνονται περίπου για 800.000 τ. χλμ. τα υψίπεδα της ανατολικής Παταγονίας. Οι παταγονικές μεσέτας, που αποτελούνται βασικά από μαλακούς ψαμμίτες και από χαλικώδεις σχηματισμούς, έχουν πεδινή επιφάνεια.Η ανάπτυξη της χώρας προς τον νότο, ανεξάρτητα από τις ωκεάνιες επιδράσεις, προκαλεί ποικιλία κλιματικών εκδηλώσεων από τα Β στα Ν, με ιδιαίτερη αναφορά, προπάντων, στις θερμοκρασίες. Αυτές περνούν από μέσες ετήσιες τιμές 18-20οC στο βόρειο τμήμα σε τιμές 10-12οC στο νότιο. Την πορεία των ισόθερμων επηρεάζει κατά κάποιον τρόπο και η ηπειρωτικότητα, που αυξάνει σιγά-σιγά προς τα Β. Στις διαφορές θερμοκρασίας και πίεσης που παρατηρούνται ανάμεσα στο νότιο και στο βόρειο τμήμα οφείλονται άνεμοι όπως ο παμπέρο, άνεμος ψυχρός που φυσά προπάντων τον χειμώνα στις πάμπας από τα ΝΔ· από τα Β φυσά, αντίθετα, προπάντων το καλοκαίρι, ο θερμός άνεμος νόρτε (βορράς). Στη Γη του Πυρός το πέρασμα ανάμεσα σε αντικυκλωνικές περιοχές και ανταρκτικές περιοχές χαμηλών πιέσεων προκαλεί ισχυρότατους ανέμους, που αντιπροσωπεύουν ένα μετεωρολογικό χαρακτηριστικό στο ακραίο αυτό τμήμα της χώρας. Οι βροχοπτώσεις είναι συνδεδεμένες με διάφορους παράγοντες που ποικίλλουν σε ποσότητα και παροχή από τα Β στα Ν. Οι περισσότερες βροχές πέφτουν στο βόρειο τμήμα, όπου οι κλιματικές συνθήκες είναι ακόμα υποτροπικού τύπου, δηλαδή με ξεχωριστές εποχές, βροχερές (ινβιέρνο, τον χειμώνα) και ξηρές (βεράνο, το καλοκαίρι), που στο σύνολο εμφανίζουν βροχοπτώσεις ύψους 1.000-1.200 χιλιοστών. Οι βροχοπτώσεις ελαττώνονται σταδιακά προς τα Ν και στην περιοχή του Πλάτα παρατηρούνται εκδηλώσεις εύκρατου τύπου, με βροχές που κατανέμονται ποικιλότροπα. Μέτριες βροχοπτώσεις (250 χιλιοστά) παρατηρούνται σε όλη την υποανδική λωρίδα μέχρι την Παταγονία, περιοχή που παρουσιάζει ημιερημικά ή στεπικά χαρακτηριστικά. Στον ακραίο νότο οι ωκεάνιες επιδράσεις καθορίζουν, σε μια μικρή πια ηπειρωτική επιφάνεια, μια συνεχή παροχή βροχοπτώσεων και οι ετήσιες τιμές μπορούν να ξεπεράσουν ακόμα και τα 1.000 χιλιοστά. Στην ψηλή ανδική πλευρά το κλίμα εξαρτάται φυσικά από το υψόμετρο, αποκτώντας τυπικά ορεινά χαρακτηριστικά που σιγά-σιγά εκφυλίζονται με το χαμήλωμα της αλυσίδας προς τα Ν όπου ο ωκεάνιος χαρακτήρας είναι γενικά διαδεδομένος και πάντοτε πιο αισθητός. Στο σύνολό του, το έδαφος της Α. μπορεί να διαιρεθεί σε διάφορες κλιματικές περιοχές. Η πιο χαρακτηριστική είναι η περιοχή της Πάμπας, όπου το κλίμα είναι εύκρατο, αλλά μάλλον φτωχό σε βροχοπτώσεις (αυτό εξηγεί την πάμπα, το λιβάδι σε εδάφη πλούσια σε χούμο, χάρη στις χειμερινές βροχές)· προς τα Β, η εύκρατη περιοχή της Πάμπας που περιλαμβάνει επίσης τις προανδικές ζώνες, συνορεύει με την περιοχή με υποτροπικό κλίμα που αντιπροσωπεύει την επέκταση προς τα νότια του κλίματος της εσωτερικής Βραζιλίας. Στα Ν, στη Γη του Πυρός, παρατηρείται κλίμα ψυχρού ωκεάνιου τύπου, που επηρεάζεται πολύ από την ανταρκτική περιοχή. Οι διαφορετικές αυτές κλιματικές περιοχές αποτελούν τη βάση της γεωγραφικής διαίρεσης που –σε σχέση επίσης με άλλους φυσικούς παράγοντες, προπάντων μορφολογικούς– αναγνωρίζεται κοινά στη χώρα και διαρθρώνεται στις εξής μεγάλες περιοχές: στην Πάμπα και στην προανδική περιοχή, στη Μεσοποταμία, δηλαδή στην πεδιάδα που περιλαμβάνεται ανάμεσα στους ποταμούς Παρανά και Ουρουγουάη, στο Τσάκο, που εκτείνεται στα Β ανάμεσα στον Παρανά και στις Άνδεις, στην ανδική περιοχή και, τέλος, στην Παταγονία και στη Γη του Πυρός. Το κλίμα της Πάμπας και των προανδικών οροσειρών, με εξαίρεση μια μικρή λωρίδα στα Δ του Παρανά, που εισέρχεται στο μουσωνικό υποτροπικό κλίμα της Μεσοποταμίας, είναι εύκρατο στεπικό, με θερμά καλοκαίρια (20-25οC τον Ιανουάριο), μέγιστα απόλυτα αρκετά υψηλά και χειμώνες ήπιους (8-13οC τον Ιούλιο). Το Τσάκο, που διασχίζεται περίπου στη μέση από τον Τροπικό του Αιγόκερω, έχει τροπικό κλίμα με θερμά καλοκαίρια (25-30οC τον Ιανουάριο) και ήπιους και ξηρούς χειμώνες (12-13οC τον Ιούλιο). Το κλίμα της Μεσοποταμίας είναι υποτροπικό, χωρίς ξηρή εποχή, με ισχυρές θερμικές διακυμάνσεις. Οι βροχοπτώσεις είναι άφθονες. Το ανδικό κλίμα χαρακτηρίζεται από απότομες αλλαγές θερμοκρασίας, από την ευθυγράμμιση των ισόθερμων από τα Ν στα Β, από δριμύτατους χειμώνες και θερμά καλοκαίρια. Ποικίλλει επίσης σε σχέση με το υψόμετρο και το γεωγραφικό πλάτος. Το κλίμα των υψιπέδων της Παταγονίας είναι ωκεάνιο, με ψυχρούς χειμώνες και σπανιότατες βροχές. Οι θερμικές διακυμάνσεις είναι πολύ αισθητές και οι μέσες ετήσιες θερμοκρασίες κυμαίνονται ανάμεσα στους 20οC στα Β και τους 10οC στα Ν. Στη Γη του Πυρός η θερμοκρασία είναι ακόμα πιο χαμηλή (μέση ετήσια 5,3οC) και η βροχή, το χιόνι και το χαλάζι (το τελευταίο ιδιαίτερα συχνό το καλοκαίρι) είναι πιο άφθονα.Η αυτοφυής βλάστηση της Πάμπας χαρακτηρίζεται στο ανατολικό τμήμα, εκτός από την απόλυτη έλλειψη δέντρων, από την επικράτηση των αγρωστωδών. Στα βαθύπεδα, όπου σχηματίζονται μόνιμες ή προσωρινές λιμνοθάλασσες, φυτρώνουν καλάμια και στα αλμυρά εδάφη αλόφιλα φυτά. Στο δυτικό τμήμα επικρατεί ο σχηματισμός που ονομάζεται μόντε, αποτελούμενος από θάμνους και ακανθοφόρα δέντρα. Στα ανάγλυφα, μέχρι τα 1.400 μ., υπάρχουν από τα πιο όμορφα δάση της Α., που αποτελούνται κυρίως από δάφνες και κέδρους και τα οποία σε μεγαλύτερα ύψη (αλλά όχι πάνω από τα 2.500 μ.) αντικαθίστανται από άλλα δέντρα. Πάνω από τα 3.000 μ. εκτείνονται αλπικοί λειμώνες, αποτελούμενοι από αγρωστώδη. Η αυτοφυής βλάστηση του Τσάκο χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή αραιών δασών και από εκτεταμένες σαβάνες που αποτελούνται από αγρωστώδη. Η αρχική πανίδα της Πάμπας υπέστη σοβαρές καταστροφές από τον άνθρωπο και πολλά δείγματα έχουν σήμερα εξαφανιστεί ή, όπως για παράδειγμα οι ελαφίδες, έχουν αποσυρθεί στις πιο άγονες και ερημικές ζώνες. Ανάμεσα στα στοιχεία της πανίδας αναφέρουμε τους πιθήκους (κήβους και καλλίτριχους) και τα βαμπίρ, διαδεδομένα σε όλη την περιοχή. Τα σαρκοφάγα αντιπροσωπεύονται από το πούμα, τον ιαγουάρο, έναν ιδιαίτερο τύπο σκύλου με χαίτη και μερικούς προκύονες. Ανάμεσα στα πιο διαδεδομένα τρωκτικά είναι το πάκα, τα ινδικά χοιρίδια, τα τσιντσιλά και οι βραζιλιάνικοι λαγοί. Σπάνια είναι τα οπληφόρα, υπάρχουν επίσης τάπιροι και μερικά είδη ελαφιών. Μυρμηγκοφάγοι και αρμαδίλοι αντιπροσωπεύουν τα νωδά. Στην επαρχία Μισιόνες και στο βόρειο τμήμα της επαρχίας Κοριέντες στη Μεσοποταμία επικρατεί το υποτροπικό δάσος, πλούσιο σε πολύ ψηλά δέντρα, κάτω από τα οποία φυτρώνουν με αφθονία θάμνοι, φτέρες, βρύα και επίφυτα, όπως οι ορχιδέες. Ο σχηματισμός αυτός, στον οποίο απαντώνται 400 είδη, παίρνει τοπικά την ονομασία σέλβα μισιονέρα. Στην υπόλοιπη περιοχή επικρατεί ο λειμώνας αγρωστωδών, τον οποίο κατά μήκος των ποταμών αντικαθιστά το δάσος, αποτελούμενο κατά προτίμηση από μιμόζες και από διαφόρους τύπους φοινίκων. Η πανίδα, που δεν διαφέρει και πολύ από την πανίδα του Τσάκο, χαρακτηρίζεται από πιθήκους, τάπιρους, ιαγουάρους και ερπετά. Η βλάστηση της Πούνα, που έχει καθαρά ξηρόφιλα χαρακτηριστικά, είναι παντού αραιή και αποτελείται από μικρούς θάμνους και σκληρά αγρωστώδη. Δάση εύκρατου τύπου καλύπτουν την παταγονική Κορδιλιέρα. Στις βόρειες Άνδεις η πανίδα, λόγω της σπανιότητας του νερού, είναι λιγοστή και γενικά ζει σε αξιοσημείωτα ύψη (η βικούνια, π.χ., απαντάται μόνο πάνω από τα 3.500 μ.)· κοινός είναι ο γουανάκος, ενώ έχει τελείως εξαφανιστεί, επειδή υφίσταται συνεχές κυνήγι, το τσιντσιλά. Ανάμεσα στα τοπικά πουλιά το πιο γνωστό είναι ο κόνδορας. Χαρακτηριστικά των παταγονικών Άνδεων είναι διάφορα δείγματα της οικογένειας των ελαφιδών, όπως το ουεμούλ, και στις λίμνες ένα είδος ενυδρίδας, που ονομάζεται τοπικά ουιλίν. Η βλάστηση του παταγονικού υψιπέδου αποτελείται στο σύνολό της από μια στέπα χαμηλών και ακανθοφόρων θάμνων και σκληρών αγρωστωδών. Μόνο στις κοιλάδες και στα χαμηλά τμήματα, που προφυλάσσονται από τον άνεμο και έχουν μεγαλύτερη υγρασία, απαντώνται μαλακά πράσινα αγρωστώδη, κατάλληλα για βοσκή. Στις ζώνες που είναι πλούσιες σε αλάτι είναι άφθονη η σάμπα, ένα χηνοπόδιο. Χαρακτηριστικό του νότιου τμήματος της Γης του Πυρός είναι το τεπού, μυρτοειδές που σχηματίζει πυκνότατες συστάδες, πολύ χρήσιμο τοπικά ως καύσιμο. Η πανίδα της Παταγονίας είναι πλούσια σε νωδά (αρμαδίλους), μηρυκαστικά (γουανάκους) και τρωκτικά, ιδιαίτερα σε παταγονικούς λαγούς. Απαντώνται επίσης πούμα, ενώ χαρακτηριστικός των μπαράνκας είναι ένας παπαγάλος, ο λόρο μπαρανκέρο. Στη Γη του Πυρός ζουν ο γουανάκος, η αλεπού, η ενυδρίδα (τσιντσιμέν) και κοντά στις παγωμένες ακτές τα πτερυγιόποδα της Ανταρκτικής. Στα δάση απαντώνται παπαγάλοι και μερικές φορές στα ανάγλυφα φτάνει ο κόνδορας.Σε σχέση με τη διαμόρφωση του εδάφους, η υδρογραφία της Α. μπορεί να χωριστεί σε δύο περιοχές: η μία ανήκει στη λεκάνη του Πλάτα και η άλλη περιλαμβάνει τις λεκάνες των ποταμών που αποστραγγίζουν το νότιο τμήμα της χώρας, ανάμεσα στις Άνδεις και στον Ατλαντικό ωκεανό. Η υδρογραφία της περιοχής του Πλάτα είναι η πιο πλούσια της Λατινικής Αμερικής ύστερα από την υδρογραφία της περιοχής του Αμαζονίου. Η λεκάνη της είναι πολύ εκτεταμένη και φτάνει μέχρι τις ανατολικές παρυφές των νότιων βραζιλιάνικων υψιπέδων (μέσω του Παρανά) και προχωρεί ύστερα προς τα Β μέχρι τα υψώματα του Μάτο Γκρόσο (Παραγουάη), φτάνοντας στα Δ στην ανδική πλευρά (ποταμοί του Τσάκο). Στη λεκάνη του Πλάτα (4.000.000 τ. χλμ.), ανήκει και ο Ουρουγουάης, που αποτελεί τη μεθόριο με την ομώνυμη χώρα. Όλοι αυτοί οι ποταμοί προσελκύονται από τα μεγάλα βαθύπεδα, που γεμίζουν σιγά-σιγά από τις προσχώσεις τους, προπάντων στον χώρο που περιλαμβάνεται ανάμεσα στον ρου του Ουρουγουάη και του Παρανά, αφού ο τελευταίος αυτός δεχτεί τη συμβολή του Παραγουάη. Ο Ρίο ντε λα Πλάτα αποτελεί ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παράκτια φαινόμενα, καθώς βρίσκεται ανάμεσα στον ποταμόκολπο και στον θαλάσσιο κόλπο, με το χοανοειδές περίγραμμα και την ασυνήθιστη ευρύτητά του (έχει μήκος 290 χλμ. και πλάτος από 50 έως 220 χλμ.). Οι άλλοι ποταμοί της Α. είναι εκείνοι που από τις Άνδεις φτάνουν κατευθείαν στον ωκεανό. Οι κυριότεροι είναι ο Ρίο Σαλάδο ντελ Νόρτε και ο Ρίο Μπερμέχο. Στον ωκεανό εκβάλλει ο Ρίο Κολοράδο που έχει πολύ μεγάλη λεκάνη, η οποία εκτείνεται στην ανδική πλευρά. Κατά μήκος της ρέουν οι πολυάριθμοι πηγαίοι βραχίονες του ποταμού, που εκβάλλουν κατά μεγάλο μέρος στον Ρίο Ντεσαγκουαδέρο· αυτός χάνει μέρος των νερών του στις ημιάγονες πάμπας και στις μπανιάδος. Ο Ρίο Νέγκρο, παράλληλος προς τον Ρίο Κολοράδο, έχει πιο περιορισμένη λεκάνη. Υπάρχουν ύστερα οι ποταμοί της Παταγονίας (Ρίο Τσίκο και Ρίο Ντεσεάδο), που εκβάλλουν στον Ατλαντικό με βαθείς ποταμόκολπους. Πολυάριθμες είναι οι λίμνες. Εκτός από τις μπανιάδος και τις σαλίνας της ημιάγονης ζώνης και τις λίμνες της Πάμπας, χαρακτηριστικές των φτωχών σε αποστράγγιση ζωνών, ενδιαφέρουσες είναι οι λίμνες της ανδικής περιοχής: πρόκειται κυρίως για λεκάνες παγετωνικής προέλευσης και συνεπώς έχουν μορφές που ακολουθούν την πορεία των κοιλάδων. Οι πιο εκτεταμένες από αυτές είναι η Ναουέλ Ουαπί, η Μπουένος Άιρες, η Βιέντμα και η Αργεντινή Λίμνη, που βρίσκονται σε τυπικά αλπικά περιβάλλοντα. Η σπανιότητα βροχοπτώσεων, η ισχυρή εξάτμιση και η μεγάλη διαπερατότητα του εδάφους στην Πάμπα εμποδίζουν τον σχηματισμό πραγματικού υδρογραφικού δικτύου. Οι λιγοστοί ποταμοί σπάνια φτάνουν στη θάλασσα ή σε κάποιο μεγάλο συλλέκτη και χάνονται είτε σε εσωτερικές μικρές λίμνες, με διαφορετική έκταση, όπως η λιμνοθάλασσα των Πορόνγκος και η Μαρ Τσικίτα, είτε σε σαλίνας, όπως οι Σαλίνας Γκράντες. Στη δυτική Πάμπα μοναδικός ποταμός είναι ο Ντεσαγκουαδέρο, παραπόταμος του Κολοράδο, ενώ στην ανατολική κάποια σπουδαιότητα έχουν ο Καρκαρανιά, παραπόταμος του Παρανά που με τη σειρά του δέχεται μικρούς παραπόταμους από τη Σιέρα δε Κόρδοβα, και ο Σαλάδο (640 χλμ.), που πηγάζει από τη λίμνη Τσανιάρ. Ο Σαλάδο διαρρέει την επαρχία του Μπουένος Άιρες σχηματίζοντας πολυάριθμους μαιάνδρους πριν φτάσει στον κόλπο Σαμπορομπόν. Στη ζώνη μετάβασης μεταξύ Πάμπας και Τσάκο ρέει ο Σαλάδο ντελ Νόρτε (2.000 χλμ.), ποταμός φτωχός σε νερά και με πολύ ελικοειδή και αργό ρου. Οι ποταμοί του Τσάκο, λόγω της μικρής κλίσης του εδάφους, ρέουν αργά, με μια ατέλειωτη διαδοχή από μαιάνδρους, και επειδή έχουν συχνά ανυψωμένες κοίτες, στην ξηρή περίοδο περιορίζονται σε λεπτά νήματα και χάνονται σε αλμυρά τέλματα, ενώ την εποχή των βροχών κατακλύζουν εκτεταμένες περιοχές. Συνεπώς, από τους διάφορους ποταμούς που κατεβαίνουν από τις Άνδεις μόνο ο Μπερμέχο και ο Πιλκομάγιο έχουν μόνιμο ρου. Η μεγάλη ξηρασία της Πούνα εμποδίζει τον σχηματισμό υδρογραφικού δικτύου με την τήξη των χιονιών που συγκεντρώνονται στις ψηλές κορυφές· οι κόγχες που καταλαμβάνονται από σαλάρες, λείψανα δηλαδή πανάρχαιων λιμνών τελείως εξαφανισμένων, μετατρέπονται σε τέλματα. Οι Άνδεις της Παταγονίας είναι αντίθετα πλούσιες σε νερά: εκεί βρίσκονται, ανάμεσα στις άλλες, οι πηγαίες λεκάνες του Ρίο Κολοράδο, του Ρίο Νέγκρο, του Τσουμπούτ και του Ντεσεάδο. Πολυάριθμες και ωραιότατες είναι οι λίμνες που βρίσκονται ανάμεσα στα 650 και στα 1.000 μ. Από τους ποταμούς, που συχνά πλημμυρίζουν στα νότια υψίπεδα, φτάνουν στη θάλασσα μονάχα εκείνοι που πηγάζουν από την κορδιλιέρα και τροφοδοτούνται από τους παγετώνες ή εκείνοι που δέχονται νερά από τις μεγάλες λίμνες. Αυτοί έχουν παροχή που υφίσταται μεγάλες διακυμάνσεις, ισχυρά ρεύματα και κοίτες γεμάτες από άμμο και χαλίκια, πράγμα που φυσικά κάνει δύσκολη, αν όχι αδύνατη, τη ναυσιπλοΐα για μεγάλα τμήματα. Τέτοιοι ποταμοί είναι ο Ρίο Κολοράδο, ο Ρίο Νέγκρο, ο Τσουμπούτ, ο Ντεσεάδο και ο Σάντα Κρους. Στη Γη του Πυρός λείπουν οι πραγματικοί ποταμοί. Μόνο στο εσωτερικό υπάρχει ένας ποταμός, ο Ρίο Γκράντε, που εκβάλλει στη θάλασσα μέσω ενός χαμηλού μπάγκου, ο οποίος εμποδίζει την είσοδο των πλοίων κατά την περίοδο της άμπωτης. Συχνές, αντίθετα, είναι οι λίμνες, η μεγαλύτερη από τις οποίες είναι η μακριά και στενή λίμνη Φαγκνάνο (593 τ. χλμ.), που ανήκει και στη Χιλή.Στην Α. επικράτησαν αρχικά νομαδικοί πληθυσμοί, που άφησαν όμως ελάχιστα ίχνη του πολιτισμού τους. Την εποχή της ευρωπαϊκής διείσδυσης, οι φυλές που υπήρχαν, σε περιορισμένο αριθμό, ζούσαν σε ένα στάδιο πολιτισμού που αντιστοιχούσε στον νεολιθικό της Ευρώπης. Μονάχα στις κοιλάδες της Καταμάρκα και της Τουκουμάν μια ομάδα πληθυσμών είχε φτάσει σε πιο υψηλό πολιτισμό, συγγενικό με τον πολιτισμό του αρχαίου Περού: οι Διαγίτοι, που ασχολούνταν με τη γεωργία (με τη βοήθεια τεχνητής άρδευσης), καθώς και με την εκτροφή του λάμα, του νιαντού και μερικών ορνιθοειδών. Κατοικούσαν σε πέτρινα σπίτια, κατασκεύαζαν εργαλεία και ύφαιναν το μαλλί. Στην καθαυτή Πάμπα ζούσαν Κεράντοι και Πουέλτσε, ενώ στη Μεσοποταμία οι Γκουαρανί. Οι Πουέλτσε, που λέγονταν επίσης και Πάμπας, ήταν ψηλόσωμοι και μυώδεις και γνώριζαν το τόξο και τα βέλη. Ήταν ικανότατοι κυνηγοί και ζούσαν σε αντίσκηνα. Η ανατολική Παταγονία και η νότια Πάμπα ήταν, αντίθετα, επικράτεια των Τεουέλτσε. Όλες αυτές οι φυλές σήμερα έχουν σχεδόν τελείως εξαφανιστεί, εξαιτίας κυρίως του αιματηρού και μακροχρόνιου αγώνα κατά της ευρωπαϊκής διείσδυσης. Οι Διαγίτοι, που εξαφανίστηκαν εντελώς από τις αρχές του 19ου αι., υποτάχθηκαν από τους Ισπανούς, ύστερα από μακρόχρονους και βίαιους πολέμους, το 1664. Δεν υπάρχουν πια ούτε οι Πουέλτσε, που εξοντώθηκαν από την εκστρατεία του στρατηγού Ρόκα το 1879, ούτε και οι Τεουέλτσε, που την εποχή της κατάκτησης έφταναν τους 8.000. Ωστόσο, μερικοί υποστηρίζουν ότι οι Όνα της Γης του Πυρός είναι απόγονοί τους. Έχουν εξαφανιστεί επίσης και οι Αραουκανοί, που τον 18ο αι. κατέβηκαν από τις Άνδεις μέχρι την επαρχία του Μπουένος Άιρες και απωθήθηκαν στα Ν του Ρίο Νέγκρο. Σήμερα επιζούν μόνο μικροί πυρήνες Γκουαρανί, εγκατεστημένοι ανάμεσα στον Παρανά και στον Ουρουγουάη, ενώ πιο πολυάριθμοι είναι οι Ινδιάνοι των δασωδών πεδιάδων του Τσάκο (Ματάκο και Γκουαγιουνί). Η ευρωπαϊκή διείσδυση υπήρξε πολύ αργή. Μετά την ανακάλυψη, οι κατακτητές, ακολουθώντας τον Παρανά, προχώρησαν στο εσωτερικό της χώρας. Αλλά επειδή η εκτεταμένη πεδιάδα του Τσάκο και της Πάμπας δεν προσέφερε ούτε πολύτιμους λίθους ούτε ινδιάνικους πληθυσμούς που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για την καλλιέργεια της γης, ο δρόμος του Παρανά χρησίμευσε μονάχα ως σπουδαία οδός προσπέλασης στις ανδικές περιοχές που ήταν πλούσιες σε άργυρο. Μετά την καταστροφή του οχυρού Εσπίριτου Σάντο, που κατασκευάστηκε το 1527 στον Παρανά, ιδρύθηκε το 1535, στις όχθες του Ρίο ντε λα Πλάτα, η Σάντα Μαρία δε λος Μπουένος Άιρες, που καταστράφηκε πέντε χρόνια αργότερα από τις επιθέσεις των ιθαγενών. Με τον τρόπο αυτό, η Ασουνσιόν, που ιδρύθηκε στον Παραγουάη το 1537, έγινε η κυριότερη βάση των Ισπανών στην περιοχή του κάτω Παρανά και η αφετηρία για νέες αποικίσεις. Στη συνέχεια οι κατακτητές, ξεκινώντας από την αποικία Σαντιάγο ντελ Εστέρο, που ιδρύθηκε το 1553 στη βορειοδυτική περιοχή, δημιούργησαν πολλά άλλα σημεία υποστήριξης, όπως τη Σαν Μιγκέλ δε Τουκουμάν και την Κόρδοβα. Ταυτόχρονα ιδρύθηκαν –ξεκινώντας από τη Χιλή– στους πρόποδες των ανατολικών Άνδεων, η Σαν Χουάν και η Σαν Λουίς. Η ανάγκη μιας λιμενικής τοποθεσίας στον Ρίο ντε λα Πλάτα οδήγησε, τέλος, στη δεύτερη θεμελίωση του Μπουένος Άιρες, που έγινε το 1580 ξεκινώντας από το εσωτερικό, από τη Σάντα Φε (που με τη σειρά της είχε ιδρυθεί λίγα χρόνια πριν). Συνεπώς, κατά τη διάρκεια όλης της περιόδου της αποικιοκρατίας, μόνο το έδαφος κατά μήκος των οδών που μέσω της Κόρδοβα και της Σαν Μιγκέλ δε Τουκουμάν οδηγούσαν προς το Περού και μέσω της Μεντόσα προς τη Χιλή ήταν εκείνο που ενδιέφερε την ισπανική δύναμη. Μετά τη δημιουργία της αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα άρχισε, αρχικά αργά και από το δεύτερο μισό του 19ου αι. πιο γρήγορα, η μεγάλη ανάπτυξη της χώρας, συνδεδεμένη με τις μεγάλες μεταναστεύσεις των Ευρωπαίων. Ταυτόχρονα με την εγκατάσταση των λευκών στην Πάμπα, γύρω στο 1850, άρχισε η διείσδυση στο ανατολικό Τσάκο, με εκκίνηση από τη Σάντα Φε και την Ρεζιστένσια. Στη Μεσοποταμία εγκαταστάθηκαν από το 1878 σημαντικές γεωργικές αποικίες, γερμανικές κατά το μεγαλύτερο μέρος. Στα ΒΑ υπήρχαν ήδη ιησουίτικες ιεραποστολές, που τερματίστηκαν το 1767, ενώ στην Παταγονία μετανάστες από την Ουαλία ίδρυσαν το 1865 τη Ράουσον, την Τρελέου και την Γκαϊμάν. Αργότερα, με τη δημιουργία του κέντρου Ντιεσισέις δε Οκτούμπρε (1886), άρχισε η αποίκιση της υποανδικής λεκάνης στα Ν της λίμνης Ναουέλ Ουαπί, στην οποία έφτασαν αργότερα Χιλιανοί μετανάστες. Η Γη του Πυρός, τέλος, μετά την εξαφάνιση –εξαιτίας της εγκατάλειψης από την πατρίδα– δύο αποικιών που είχαν ιδρυθεί από τον Σαρμιέντο, παραμελήθηκε τελείως, ώσπου στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι., η σύγκρουση ανάμεσα σε Α. και Χιλή για τον καθορισμό των συνόρων είχε ως αποτέλεσμα μια μεγαλύτερη γνώση του εσωτερικού και τη δημιουργία μικρών ευρωπαϊκών κέντρων.Είναι αδύνατον να προσδιορίσουμε ποια ήταν η δημογραφική κίνηση της Α., επειδή, εκτός από την περίοδο της αποικιοκρατίας για την οποία λείπουν ικανοποιητικά στοιχεία, οι στατιστικές χρονολογούνται μονάχα από τα τελευταία χρόνια του 19ου αι. Αφού είχε επιτευχθεί η ανεξαρτησία από την Ισπανία και είχε θεσπιστεί, ύστερα από μια περίοδο αναταραχής που τερματίστηκε με τη δικτατορία του Ρόσας, το νέο σύνταγμα του 1853, άρχισε η εποχή των μεγάλων μεταναστεύσεων, που ευνοήθηκαν από την κυβέρνηση: σε λιγότερο από μισό αιώνα, ανάμεσα στην πρώτη απογραφή του 1869 (1.737.000 κάτ.) και στην απογραφή του 1914, ο πληθυσμός σχεδόν πενταπλασιάστηκε (8 εκατ. κάτ.). Στο δεύτερο μισό του 19ου αι. η παγκόσμια οικονομική επέκταση και η ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση πρώτων υλών και ειδών διατροφής έστρεψαν τους Ευρωπαίους στην εκμετάλλευση των αργεντινών γαιών. Από το 1857 έως το 1867 έφτασαν στη χώρα 94.000 Ευρωπαίοι, από τους οποίους μόνο 10.000 ήταν Ισπανοί. Στη συνέχεια η μετανάστευση, με την προεδρία του Σαρμιέντο, αυξήθηκε. Από το 1868 έως το 1874 εισήλθαν στη χώρα 216.000 μετανάστες, με μέσο όρο 30.000 τον χρόνο, στην πλειονότητά τους Ιταλοί, Ισπανοί και Γάλλοι. Από το 1875 έως το 1880 ο μέσος όρος μειώθηκε (130.000 μετανάστες συνολικά), εξαιτίας της ελάχιστα ευνοϊκής εσωτερικής οικονομικής και πολιτικής κατάστασης, για να ανεβεί ξανά από το 1881 έως το 1890 (841.000 μετανάστες στη δεκαετία αυτή, έναντι 203.000 που επέστρεψαν στην Ευρώπη). Στην περίοδο αυτή, που συμπίπτει με την αρχή της ιταλικής μετανάστευσης σε μεγάλη κλίμακα, και για την ακρίβεια στα χρόνια 1888-90, η κυβέρνηση πραγματοποίησε ένα πείραμα, που εγκαταλείφθηκε μετά, να λαμβάνει προκαταβολικά τα χρήματα του ταξιδιού από τους μετανάστες. Το 1890 ξέσπασε οικονομική και πολιτική κρίση που προκλήθηκε από μια υπερβολική αισιοδοξία σχετικά με τις δυνατότητες της χώρας, η οποία είχε αναπτύξει τις γεωργικές και ζωοτεχνικές βιομηχανίες, και μια ολοένα αυξανόμενη εξαγωγή σιτηρών. Αποτέλεσμα ήταν να μειωθεί η μετανάστευση και να παρατηρηθεί μάλιστα ένα αντίστροφο φαινόμενο εξόδου. Από το 1891 έως το 1903, κατά τα χρόνια δηλαδή της εσωτερικής αναταραχής, η Α. δέχτηκε λιγότερους από 400.000 μετανάστες. Κατασκευάστηκαν νέες σιδηροδρομικές γραμμές, διευρύνθηκε το οδικό δίκτυο, η γεωργία και η κτηνοτροφία αναπτύχθηκαν ακόμα περισσότερο και άρχισε εκείνη η περίοδος κατά την οποία σημειώθηκαν, από το 1904 έως το 1913, 2.392.000 αφίξεις. Από το 1914 έως το 1919 μια κρίση ανεργίας και ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος ανέκοψαν τη μετανάστευση και ο αριθμός εκείνων που επέστρεψαν στην πατρίδα τους ξεπέρασε τον αριθμό των μεταναστών. Μετά το τέλος του πολέμου, όμως, ξανάρχισε το ρεύμα των Ευρωπαίων μεταναστών και στην περίοδο 1921-30 έφτασαν τα τρία εκατομμύρια, 723.000 από τους οποίους ήταν μόνιμοι. Ακολούθησε μια περίοδος κάμψης (που διήρκεσε έως το τέλος του Β’ Παγκοσμίου πολέμου), ενώ από το 1947 έως το 1960 η μετανάστευση ξανάρχισε με περίπου 60.000 άτομα τον χρόνο και με τιμές που στη συνέχεια περιορίζονται εξαιτίας της έλλειψης επενδύσεων και νέων πρωτοβουλιών στον οικονομικό τομέα, καθώς και εξαιτίας της ολοένα πιο δύσκολης εσωτερικής πολιτικής κατάστασης της χώρας. Σήμερα ο πληθυσμός της Α. είναι 37.812.817 κάτ. (2002). Η δημογραφική αύξηση, που στα τελευταία χρόνια ήταν 1,15% (μια από τις πιο χαμηλές της Νότιας Αμερικής), οφείλεται πια σχεδόν αποκλειστικά στη φυσική αύξηση, αφού η μετανάστευση έχει πέσει στο μηδέν. Το προσδόκιμο ζωής φτάνει τα 71,8 χρόνια για τους άντρες και τα 78,8 για τις γυναίκες. Η μέση πυκνότητα του πληθυσμού είναι 13,6 κάτ. ανά τ. χλμ. Οι πιο πυκνοκατοικημένες ζώνες είναι η ανατολική Πάμπα, η κάτω λεκάνη του Παρανά και οι περιοχές γύρω από τον ποταμόκολπο του Ρίο ντε λα Πλάτα. Ανάμεσα στις εσωτερικές επαρχίες, κατά το μεγαλύτερο μέρος αραιοκατοικημένες, εξαίρεση αποτελεί η επαρχία Τουκουμάν, που, χάρη στην ανάπτυξη της γεωργίας και των βιομηχανιών, ξεπερνά τους 51 κατ. ανά τ. χλμ. Πυκνότητα μεγαλύτερη του μέσου όρου έχουν επίσης οι επαρχίες Μπουένος Άιρες (41 κάτ. ανά τ. χλμ.), η Σάντα Φε, η Έντρε Ρίος, η Μισιόνες και η Κόρδοβα, οι επαρχίες δηλαδή εκείνες που, όπως η Τουκουμάν, είχαν την πιο παλαιά ευρωπαϊκή εγκατάσταση και οι οποίες, ευνοημένες από το εύφορο έδαφος, την αφθονία των βοσκότοπων και, τουλάχιστον σχετικά, από τις κλιματικές συνθήκες, πέτυχαν ικανοποιητικά αποτελέσματα στον τομέα της γεωργίας, της κτηνοτροφίας και της βιομηχανίας. Οι μικρότερες πυκνότητες παρατηρούνται στις επαρχίες της Παταγονίας (μόλις ένας κάτοικος, κατά μέσο όρο, ανά τ. χλμ.), όπου, παρά τον αξιοσημείωτο φυσικό πλούτο, η ανθρώπινη εγκατάσταση εμποδίζεται πολύ από το δριμύ κλίμα. Σε εθνικό επίπεδο, η πυκνότητα του πληθυσμού ακολουθεί ένα είδος κανόνα συνδεδεμένου με την ευρωπαϊκή διείσδυση: έχει δηλαδή το υπομόχλιό της στον Ρίο ντε λα Πλάτα, στο Μπουένος Άιρες και από εκεί απλώνεται προς το εσωτερικό.Το 1869 ζούσε στις πόλεις της Α. όχι πάνω από το 37% του πληθυσμού και υπήρχε μονάχα ένας μεγάλος αστικός πυρήνας, το Μπουένος Άιρες, ενώ σήμερα υπάρχουν περίπου 500 κέντρα που θεωρούνται αστικά. Από αυτά, εκτός από το μεγάλο συγκρότημα της πρωτεύουσας, δύο (Λα Mατάνσα και Κόρδοβα) ξεπερνούν το 1 εκατ. και περίπου δέκα τους 400.000 κατ. Το ποσοστό αστυφιλίας κυμαίνεται σήμερα γύρω στο 86%, τιμή πάρα πολύ υψηλή για μια χώρα που η οικονομία της στηρίζεται στον πρωτογενή τομέα, έστω και αν αυτός είναι οργανωμένος αποκλειστικά για εξαγωγική λειτουργία. Στο πλαίσιο της αστυφιλίας ιδιαίτερα θεαματικός είναι ο γιγαντισμός του Μπουένος Άιρες, που αντανακλά ασφαλώς όλη την παλιά εδαφική οργάνωση του παρελθόντος και την προσανατολισμένη λειτουργία της πόλης σε αποικιακή εποχή· σήμερα, εξάλλου, η ανάπτυξη της περιοχής του Πλάτα είναι υπερβολική σε σχέση με την υπόλοιπη χώρα (πάνω από το 30% του πληθυσμού είναι συγκεντρωμένο στη μείζονα περιφέρεια του Μπουένος Άιρες) και η αποκέντρωση είναι ένα από τα μεγάλα προβλήματα που αντιμετωπίζει η Α. Παντού, το πολεοδομικό φαινόμενο είναι πρόσφατο και καμιά πόλη δεν χρονολογείται πριν από την ευρωπαϊκή κατάκτηση. Οι πόλεις της Α., που είναι χτισμένες με κανονικό σχέδιο και με ευρείς δρόμους που τέμνονται σε ορθή γωνία, έχουν όλες παρόμοια όψη: διευρύνονται συνήθως κατά μήκος των κυριότερων οδών –εκτός από τις περιπτώσεις στις οποίες ενσωματώνουν περιφερειακές συνοικίες που έχουν δημιουργηθεί ανεξάρτητα– και έχουν κυρίως χαμηλά σπίτια, ισόγεια. Ωστόσο, στις μεγαλύτερες πόλεις έχουν χτιστεί πολυώροφα κτίρια, που συχνά στο κέντρο αντικαθιστούν τα παλαιά σπίτια. Ο αποικιακός χαρακτήρας διατηρείται ανέπαφος σχεδόν μόνο στις εσωτερικές πόλεις, οι οποίες δεν γνώρισαν τη μεγάλη οικονομική και πολεοδομική ανάπτυξη των παράκτιων. Τα σημαντικότερα αστικά κέντρα (σε παρένθεση ο πληθυσμός τους το 2001, για περισσότερες πληροφορίες, βλ. αντίστοιχα λήμματα) είναι η πρωτεύουσα Μπουένος Άιρες (13.818.677), η Κόρδοβα (1.460.500), η Ροσάριο (1.261.400), η Λα Πλάτα (820.400), η Σαν Μιγκέλ δε Τουκουμάν (796.000) και η Σάντα Φε (502. 000).Η οικονομία της Α. αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα εδώ και πολλά χρόνια (από το 1960), τα οποία στη δεκαετία 1980-90 οξύνθηκαν ακόμη περισσότερο από τον διεθνή ανταγωνισμό και το τεράστιο εξωτερικό χρέος. Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο απαγόρευσε την εκ νέου δανειοδότηση της χώρας (1988) και ζήτησε να ληφθούν μέτρα. Η κυβέρνηση προχώρησε στη λήψη δραστικών περιοριστικών μέτρων (λιτότητα, ιδιωτικοποίηση κρατικών επιχειρήσεων, περιορισμός κρατικών δαπανών κ.ά.) και έτσι οι όροι του ΔΝΤ περιορίστηκαν. Τα μέτρα άρχισαν να αποφέρουν αποτελέσματα το 1992, αλλά το 2002 μια ξαφνική κρίση έφερε τη χώρα στο χείλος της οικονομικής καταστροφής και προκάλεσε τεράστια εσωτερική αναταραχή. Το ΑΕΠ ήταν 276.228 εκατ. δολ. ΗΠΑ το 2000 και το κατά κεφαλήν εισόδημα 7.460 δολ. Ο πληθωρισμός, που μέχρι το 1992 είχε φτάσει σχεδόν 500%, έπεσε μετά τη λήψη μέτρων στο 0,9% (2000). Η ανεργία υπολογίζεται στο 15%. Στον αγροτικό τομέα απασχολείται το 10% του ενεργού πληθυσμού, ενώ με τη βιομηχανία και τον άφθονο ορυκτό πλούτο το 25%. Η ενέργεια προέρχεται από υδροηλεκτρικούς σταθμούς (30%), από τους δύο πυρηνικούς αντιδραστήρες της χώρας (15%) και το υπόλοιπο από θερμοδυναμικούς σταθμούς. Η Α. παράγει πετρέλαιο και διαθέτει φυσικό αέριο. Μέχρι το 1850 η οικονομική οργάνωση ήταν μάλλον στοιχειώδης. Η γεωργία περιοριζόταν σε λίγες περιοχές γύρω από τον Ρίο ντε λα Πλάτα και στο εσωτερικό δέσποζαν οι γκάουτσος που εξέτρεφαν βοοειδή σε άγρια κατάσταση και τα σκότωναν μονάχα για το δέρμα και το λίπος τους. Το κρέας δεν είχε καμιά αξία, γιατί δεν υπήρχε τρόπος συντήρησής του παρά μόνο με πάστωμα και ξήρανση και δεν μπορούσε να εξαχθεί στην Ευρώπη. Η εισαγωγή των πρώτων ψυγείων (η πρώτη αποθήκη-ψυγείο χρονολογείται από το 1882 και η πρώτη μεταφορά με πλοίο-ψυγείο από το 1876) επέτρεψε την εξαγωγή κρεάτων στην Ευρώπη, όπου ο πληθυσμός αυξανόταν και υπήρχε έλλειψη κρέατος και σιτηρών. Η ολοένα μεγαλύτερη ζήτηση δημητριακών έστρεψε τον πληθυσμό προς το εσωτερικό, για την κατάκτηση νέων εδαφών για τη γεωργία, ενώ διάφορες ευρωπαϊκές χώρες άρχισαν να κάνουν επενδύσεις στην Α. που γινόταν ολοένα και πιο πυκνοκατοικημένη εξαιτίας της ροής μεταναστών, ιδιαίτερα Ιταλών. Οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι στον 20ό αι. διευκόλυναν την ενίσχυση της γεωργικής οικονομίας της Α. που ωστόσο παρουσιάστηκε ανέτοιμη ενώπιον του διεθνούς συναγωνισμού μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο. Αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί κρίση που επηρέασε και τον πρωτογενή τομέα (που παραμένει πάντοτε ο άξονας της οικονομίας της Α.), ο οποίος απέκτησε μεγάλη σπουδαιότητα τα τελευταία χρόνια, αλλά δεν εκμεταλλεύεται ακόμα σωστά τις τεράστιες δυνατότητές του. Χαρακτηριστικός της αργεντινής γεωργίας είναι ο καθαρός διαχωρισμός της από την κτηνοτροφία· οι κτηνοτρόφοι δεν είναι ταυτόχρονα και γεωργοί, αν και δεν λείπουν τέτοια παραδείγματα στις περιοχές που αξιοποιήθηκαν πρόσφατα. Επικρατεί το μεγάλο τσιφλίκι, που οι ιδιοκτήτες του αφιερώνουν στην κτηνοτροφία. Η αγροτική μεταρρύθμιση και τα μέτρα που λαμβάνονται για τις γεωργικές δραστηριότητες επέτρεψαν έναν σχετικό εκσυγχρονισμό του πρωτογενούς τομέα, που βοηθείται και από το επιχειρηματικό πνεύμα των μεταναστών. Οι μεγάλες ιδιοκτησίες ονομάζονται φασέντας, οι μεσαίες τσάγκρας και οι μικρότερες, με διάφορες καλλιέργειες, γκράνχας. Διακρίνονται τέσσερις γεωργικές ζώνες: η ζώνη των δημητριακών περιλαμβάνει τις επαρχίες Μπουένος Άιρες, Σάντα Φε, Κόρδοβα, Έντρε Ρίος και Λα Πάμπα, που παράγουν επίσης λινάρι, τριφύλλι, πατάτες, όσπρια και φρούτα· η ζώνη των σταφυλιών εκτείνεται στις περιοχές Μεντόσα (όπου είναι αξιοσημείωτη και η καλλιέργεια οπωροφόρων), Σαν Χουάν, Λα Ριόχα και Καταμάρκα· η ζώνη των υποτροπικών καλλιεργειών (ζαχαροκάλαμο, βαμβάκι, καπνός, ματέ) εκτείνεται στις επαρχίες Χουχούι, Σάλτα, Τουκουμάν, Σαντιάγο ντελ Εστέρο και στις βόρειες επαρχίες· τέλος, η παταγονική ζώνη εκτείνεται στην κοιλάδα του Ρίο Νέγκρο και διαθέτει εδάφη κατάλληλα για αμπέλια, οπωροφόρα και ζαχαρότευτλα. Η καλλιέργεια των δημητριακών, που εκτείνεται στην υγρή Πάμπα και στην Έντρε Ρίος, ανακάμπτει ξανά ύστερα από μια περίοδο κρίσης. Η καλλιεργούμενη επιφάνεια είναι γενικά περιορισμένη σε σχέση με το παρελθόν, αλλά η εκμηχάνιση και η χρήση των λιπασμάτων και των παρασιτοκτόνων επέτρεψαν ικανοποιητικές αποδόσεις. Ανάμεσα στην παραγωγή των δημητριακών, την πρώτη θέση στις εξαγωγές κατέχει το σιτάρι. Η αρχή της καλλιέργειας του σιταριού φαίνεται να χρονολογείται από τα τέλη του 16ου αι., όταν έγιναν οι πρώτες σπορές στα περίχωρα της Σάντα Φε. Η Α. κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στον κόσμο στην εξαγωγή σιταριού. Το σιτάρι καλλιεργείται σήμερα σε μια έκταση περίπου 50.000 τ. χλμ., στην περιοχή που περιλαμβάνεται ανάμεσα στον 30ό και στον 40ό παράλληλο και έχει ως ζώνη μεγαλύτερης παραγωγής τις πιο άγονες παρυφές του νότου και του τμήματος βορειοδυτικά της υγρής Πάμπας. Οι ακανόνιστες βροχές προκαλούν σοβαρές καταστροφές, αλλά είναι φανερό ότι, λόγω της έκτασης του εδάφους, τα μετεωρολογικά φαινόμενα δεν είναι ομοιόμορφα και ταυτόχρονα. Το σιτάρι, που μεταφέρεται μέχρι τα λιμάνια της Μπαΐα Μπλάνκα, της Ροσάριο, του Μπουένος Άιρες, της Λα Πλάτα και της Σάντα Φε, πωλείται στη Λατινική Αμερική και, λιγότερο συχνά, εξάγεται στην Ευρώπη ή στη Ρωσία. Μεγάλο πλεονέκτημα είναι το γεγονός ότι ο θερισμός πραγματοποιείται τον Δεκέμβριο και η συγκομιδή μπορεί να εξαχθεί κατά τον Φεβρουάριο και Μάρτιο. Η καλλιέργεια του καλαμποκιού ικανοποιεί κατά μεγάλο μέρος τη ζήτηση από το εξωτερικό, με μια παραγωγή που τοποθετεί την Α. ανάμεσα στις πρώτες δέκα παγκόσμιες παραγωγούς (περίπου στην 8η-9η θέση). Ανάμεσα στα άλλα δημητριακά, μία από τις πρώτες θέσεις κατέχουν το κριθάρι και η βρώμη. Διαδεδομένες είναι επίσης οι καλλιέργειες της σίκαλης και του κεχριού. Ικανοποιητική είναι η καλλιέργεια του ρυζιού, που χρονολογείται από τα τέλη του 19ου αι. και οφείλεται στους κτηνοτρόφους που κατά μήκος του μέσου ρου του Παρανά, εκμεταλλευόμενοι τις πλημμύρες του ποταμού, εφάρμοσαν τη μέθοδο της αμειψισποράς στο λιβάδι. Ανάμεσα στις βιομηχανικές καλλιέργειες αξίζει να αναφέρουμε το βαμβάκι, το λινάρι, τον ηλίανθο, τις αραχίδες και άλλα ελαιούχα φυτά, το ζαχαροκάλαμο και τον καπνό. Γενικά, οι επιφάνειες που είναι αφιερωμένες στην καλλιέργεια είναι οι ίδιες, αν δεν περιορίστηκαν μάλιστα τα τελευταία χρόνια, αλλά η απόδοση βελτιώθηκε. Το λινάρι και ο ηλίανθος που καλλιεργούνται στην υγρή Πάμπα και στο νότιο τμήμα της επαρχίας Έντρε Ρίος παρουσιάζουν κάμψη σε σχέση με την παραγωγή άλλων χρόνων. Πρόκειται για καλλιέργειες που ακολουθούν την πορεία της αγοράς. Στην επαρχία Τουκουμάν, που δέχεται πολυάριθμες καλοκαιρινές βροχές, το ζαχαροκάλαμο αντικατέστησε το τροπικό δάσος και επεκτάθηκε στη συνέχεια στο όριο του Τσάκο, όπου εφαρμόζεται η άρδευση. Στις φυτείες, που ήδη το 1880 καταλάμβαναν 2.300 τ. χλμ., χρησιμοποιούνται Ινδιάνοι και εργάτες που προέρχονται από τις γειτονικές χώρες. Η έκταση της καλλιέργειας στις επαρχίες Χουχούι και Σάλτα επέτρεψε μια σημαντική αύξηση της παραγωγής ζάχαρης στην οποία συνέβαλε και η καλλιέργεια των ζαχαρότευτλων που εφαρμόζεται στην κοιλάδα του Ρίο Νέγκρο. Η παραγωγή καπνού, ύστερα από μια περίοδο κάμψης, έχει πάλι αυξηθεί. Η καλλιέργειά του γίνεται στις επαρχίες Κοριέντες, Μισιόνες, Σάλτα και Χουχούι. Αξίζει να αναφέρουμε ανάμεσα στα ελαιούχα φυτά την καλλιέργεια του αλευρίτη (αριστερή όχθη του Παρανά), των αραχίδων (Σάντα Φε και Κόρδοβα) και της σόγιας που έχει έκταση μεγαλύτερη από 5.000 τ. χλμ. Το βαμβάκι, γνωστό ήδη στους ιθαγενείς πριν από την ανακάλυψη της Αμερικής, έχει την περιοχή μεγαλύτερης διάδοσής του στο Τσάκο. Ακολουθούν οι επαρχίες Σάντα Φε, Φορμόσα και Σαντιάγο ντελ Εστέρο. Από την εποχή της αποικιοκρατίας ήταν ανεπτυγμένη στη Μεντόσα η καλλιέργεια των σταφυλιών από τους ιησουίτες και από τους Πορτογάλους αιχμαλώτους πολέμου. Η σιδηροδρομική σύνδεση έδωσε στην περιοχή αυτή την αποφασιστική ώθηση και είχε ως αποτέλεσμα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα. Σήμερα είναι η βασική καλλιέργεια στις οάσεις, όχι μόνο της επαρχίας Μεντόσα, αλλά και των επαρχιών Σαν Χουάν, Ρίο Νέγκρο και Λα Ριόχα. Η Α. κατέχει μια από τις πρώτες θέσεις στον κόσμο στην παγκόσμια παραγωγή κρασιού και, με εξαίρεση τη Γαλλία και την Ιταλία, ακολουθεί με μικρή διαφορά την Ισπανία. Στην ίδια λωρίδα, στους πρόποδες των Άνδεων, όπου είναι διαδεδομένη η καλλιέργεια των αμπελιών, καθώς και στην επαρχία Τουκουμάν, είναι ανεπτυγμένη και η καλλιέργεια οπωροφόρων δέντρων: αχλάδια, μήλα, ροδάκινα, κεράσια, που εξάγονται και στην Ευρώπη, καθώς και εσπεριδοειδή (ιδιαίτερα στην κοιλάδα του Ρίο Νέγκρο). Διαδίδεται ολοένα και περισσότερο η καλλιέργεια της ελιάς που επιτρέπει τη χρησιμοποίηση μέτριων και δύσκολα αρδευόμενων εδαφών. Οι καλλιέργειες οσπρίων και κηπευτικών (επικρατούν πατάτες και ντομάτες) έχουν επίσης αναπτυχθεί. Μεγάλη σπουδαιότητα έχει επίσης ο δασικός πλούτος (21,3% του εδάφους). Τα τρία πέμπτα των δασών βρίσκονται στην υποτροπική ζώνη, της οποίας αποτελούν τον κυριότερο πλούτο. Στο δυτικό Τσάκο, το κεμπράτσο (ή κουεμπράχο) κολοράδο προμηθεύει ένα ξύλο που δεν σαπίζει και στα ανατολικά του Άνω Παρανά, όπου το κλίμα είναι υγρό τροπικό, βρίσκονται πολύτιμα είδη όπως κέδροι και αροκαρίες. Λόγω της δυσκολίας κοπής και μεταφοράς της ξυλείας από τα πυκνά δάση της Μισιόνες και για να μη φτωχύνει ο δασικός πλούτος, η Α. δεν είναι αυτάρκης στον τομέα της ξυλείας και του χαρτιού και είναι υποχρεωμένη να καταφεύγει σε εισαγωγές. Στο ανατολικό Τσάκο κόβεται και συγκεντρώνεται το κεμπράτσο σαντεφεσίνο, από το οποίο βγαίνει η τανίνη. Τοπικό ενδιαφέρον παρουσιάζει η παραγωγή του γέρμπα-ματέ, από το οποίο βγαίνει το ποτό ματέ με μεγάλη κατανάλωση στην Α.Η κτηνοτροφία, που έχει μεγάλη σπουδαιότητα για τη χώρα, εφαρμόζεται κυρίως στην Πάμπα, όπου βρίσκεται το μεγάλο μέρος του ζωοτεχνικού πλούτου και τα ζώα χρησιμοποιούν φυσικά βοσκοτόπια και ζουν στην ύπαιθρο χάρη στο ήπιο κλίμα. Η κτηνοτροφία είχε ήδη αναπτυχθεί από την περίοδο της αποικιοκρατίας, όταν κοπάδια από άλογα, μουλάρια και αδύναμα βοοειδή κριόλιος, υπό την επίβλεψη γκάουτσος που κατοικούσαν σε άθλια ράντσος (καλύβες φτιαγμένες από πλίθες), έβοσκαν στη στέπα που ήταν χωρισμένη σε μεγάλα κτήματα και τροφοδοτούσαν την εξαγωγή ξεραμένου και παστού κρέατος, καθώς και δερμάτων προς τις Αντίλλες. Με την εισαγωγή των μεθόδων κατάψυξης άρχισαν να εισάγονται ζώα, κυρίως αγγλικής προέλευσης, και στην Πάμπα διαδόθηκαν οι εστάνσιας. Σήμερα, χάρη στην εμπειρία των κτηνοτρόφων, υπάρχουν στην Α. ζώα που παράγουν θαυμάσια κρέατα, περιζήτητα σε όλο τον κόσμο. Τα βοοειδή, ύστερα από διάφορες φάσεις, βρίσκονται σε αύξηση, παρά το γεγονός ότι η εξαγωγή των κρεάτων εμποδίστηκε από τους περιορισμούς που από το 1974 επέβαλε η Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία απορροφά το μεγαλύτερο μέρος του αργεντινού προϊόντος. Ανεπτυγμένη είναι και η χοιροτροφία. Άλλη μεγάλη κτηνοτροφική περιοχή είναι η Παταγονία που, μαζί με τη Γη του Πυρός, συγκεντρώνει μεγάλο μέρος των αιγοπροβάτων, ο αριθμός των οποίων μειώνεται. Η αλιεία δεν είναι πολύ διαδεδομένη και διατηρείται σε μέτρια επίπεδα, σε σχέση με τον πλούτο των βυθών και την έκταση των ακτών. Ο τομέας βρίσκεται ωστόσο σε φάση αξιοποίησης (705.000 τόνοι αλιευμάτων το 1992).Από την ισπανική διείσδυση έως τον αγώνα για την ανεξαρτησία. Η Α. πήρε τη σημερινή της ονομασία μόλις το 1810. Όταν το 1516 ο Ισπανός Χουάν Ντίας δε Σολίς μπήκε πρώτος από τον Ατλαντικό στον ποταμόκολπο του Ρίο ντε λα Πλάτα, βάφτισε την ποτάμια αυτή έκταση Μαρ Ντούλσε (δηλαδή, Γλυκιά Θάλασσα), ονομασία που μετά τον θάνατό του άλλαξαν οι επιζήσαντες της αποστολής σε Ρίο δε Σολίς. Με την αποβίβαση του Μαγγελάνου (1520) άρχισε να διαδίδεται η ονομασία Ρίο ντε λα Πλάτα, εξαιτίας, όπως φαίνεται, των πλούσιων ασημένιων (ισπαν. πλάτα) διακοσμητικών αντικειμένων των Ινδιάνων και της πίστης ότι υπήρχε μεγάλη αφθονία του μετάλλου αυτού στην περιοχή. Μόνο αργότερα επικράτησε η ονομασία Α. που, αφού έγινε κοινή μετά την εθνική επανάσταση, αντικατέστησε την ονομασία Ηνωμένες Επαρχίες του Ρίο ντε λα Πλάτα (Ρrovincias Unidas del Riο de la Ρlata), που ίσχυε την εποχή των Ισπανών κυβερνητών και της αντιβασιλείας. Οι πληροφορίες σχετικά με την προκολομβιανή Α. είναι ελάχιστες και ασήμαντες. Το έδαφος ήταν κατοικημένο από νομαδικές φυλές αυτοχθόνων, που καθεμιά τους ζούσε αυτόνομα και χωριστά. Μονάχα οι βόρειες και βορειοδυτικές παρυφές εκείνων που σήμερα είναι τα σύνορα της Α. βρίσκονταν στην αυτοκρατορία των Ίνκας και συνεπώς ήταν στο περιβάλλον μιας σχετικά προοδευμένης κρατικής οργάνωσης. Οι Ισπανοί έφτασαν εκεί στο πρώτο μισό του 16ου αι., όταν είχαν ήδη εδραιώσει την παρουσία τους σε πολλά μέρη του Νέου Κόσμου. Ύστερα από μερικές μεμονωμένες προσπάθειες εγκατάστασης, που δεν σημείωσαν όμως επιτυχία, μονάχα το 1536 ο Πέδρο δε Μεντόσα, επικεφαλής 2.500 αντρών, κατόρθωσε να αποβιβαστεί με σκοπό την κατάκτηση. Ίδρυσε μια πόλη, τη Σάντα Μαρία δε λος Μπουένος Άιρες, αποφασισμένος να την κάνει βάση για την προέλασή του προς τα δυτικά, αλλά η εχθρότητα των ιθαγενών και η αρρώστια αποθάρρυναν τον Μεντόσα, τόσο που το 1537 εγκατέλειψε την επιχείρηση και επέστρεψε στην πατρίδα του. Δεν συνέβη όμως το ίδιο και με τους ανθρώπους του: μερικοί από αυτούς, υπό την ηγεσία του Χουάν δε Αγιόλας και του Ντομίνγκο Μαρτίνες δε Ιράλα, συνέχισαν το ταξίδι και, ακολουθώντας τον ποταμό Παραγουάη, σταμάτησαν σε ένα σημείο όπου ίδρυσαν το φρούριο Ασουνσιόν· άλλοι, αντίθετα, σταμάτησαν στις όχθες του Ρίο ντε λα Πλάτα, όπου συναντήθηκαν με τον Άλβαρ Νούνιες Καμπέσα δε Βάκα, μνηστήρα της διοίκησης της Ασουνσιόν. Ο αγώνας ανάμεσα στον Καμπέσα δε Βάκα και στον Ιράλα τερματίστηκε με τη νίκη του δευτέρου. Τα γεγονότα αυτά προκάλεσαν το ενδιαφέρον των ισπανικών αρχών που στο μεταξύ είχαν εγκατασταθεί στο Περού και στη Βολιβία. Έτσι, από τη Λίμα και την Ποτοσί, ξεκίνησαν αποστολές για την Α. Οι επικεφαλής των αποστολών αυτών ήταν εκείνοι που ίδρυσαν προοδευτικά τις τοποθεσίες Σαντιάγο ντελ Εστέρο (1553), Μεντόσα (1560), Τουκουμάν (1565), Κόρδοβα (1573) και Σάντα Φε (1573). Οι κτήσεις σε αργεντινό έδαφος τέθηκαν αρχικά υπό τη διοίκηση της Ασουνσιόν, στο ευρύτερο πλαίσιο της αντιβασιλείας της Λίμα. Το 1617 η δομή αυτή τροποποιήθηκε: η Α. είχε δικό της κυβερνήτη, με έδρα στο Μπουένος Άιρες, αλλά εξακολούθησε να αποτελεί μέρος της αντιβασιλείας του Περού. Κατά τα άλλα, η πολιτικοδιοικητική οργάνωση ήταν ακριβές αντίγραφο εκείνης που εφαρμοζόταν στις άλλες ισπανικές αποικίες, με τις αουντιένσιας, τις επαρχιακές γκομπιέρνος, τις κορεχιμιέντος και τα καμπίλντος. Η βάση της οικονομίας ήταν η ενκομιέντα, που έδινε στον τιτλούχο εκτεταμένες εξουσίες σχεδόν φεουδαρχικού τύπου. Τα χαρακτηριστικά του εδάφους και του κλίματος είχαν ως αποτέλεσμα να αποκτήσει στην Α. –όπως και σε όλη τη ζώνη του Πλάτα– μεγάλη σπουδαιότητα η κτηνοτροφία, παράλληλα με την παραγωγή διαφόρων δημητριακών. Δημιουργήθηκαν έτσι, πολύ σύντομα, προνομιούχες ομάδες (οι ασεντάδος), που δεν άργησαν να γίνουν οι πραγματικοί κύριοι της αποικίας. Στο μεταξύ, από την ενδοχώρα άρχισε να ξεχωρίζει, από τις αρχές κιόλας του 18ου αι., η τυπική μορφή του γκάουτσο, ενός είδους αυτόχθονα καουμπόη, που ζούσε απαλλαγμένος από κάθε πολιτικό δεσμό, ερχόταν σε συμφωνία μονάχα με τους ασεντάδος και, καθοριστικό στοιχείο της αποικιοκρατίας, δεν άργησε να έρθει σε σύγκρουση με τα συμφέροντα των κατοίκων της ακτής (Μπουένος Άιρες), όπου είχε την έδρα της η κεντρική εξουσία. Η σύγκρουση με την ακτή, που οξύνθηκε από το γεγονός ότι γκάουτσος και ασεντάδος χρειάζονταν διεξόδους στον Πλάτα όπου υπήρχε, από μέρους των κατοίκων, ολοένα μεγαλύτερη αξίωση για έλεγχο και κυριαρχία, επηρέασε ολόκληρη την ιστορία της Α., της οποίας αποτέλεσε, μαζί με το πρόβλημα των σχέσεων με την πορτογαλική αυτοκρατορία της Βραζιλίας, ένα σταθερό στοιχείο. Ύστερα από τις επιδρομές των πρωτοπόρων του Σάο Πάολο (των περίφημων Βραζιλιάνων μπαντεϊράντες), που αναζητούσαν νέα εδάφη για αποίκιση και Ινδιάνους για υποδούλωση, δημιουργήθηκαν οι πρώτες αντιθέσεις ανάμεσα στην Ισπανία και στην Πορτογαλία. Οι ισπανικές φρουρές του ποταμόκολπου και οι ιησουίτες των ιεραποστολών του Παραγουάη κατόρθωσαν να απωθήσουν τους μπαντεϊράντες, οι οποίοι όμως, αφού εκδιώχθηκαν ως κατακτητές, επανεμφανίστηκαν με την ιδιότητα του εμπόρου και άρχισαν το λαθρεμπόριο από την Μπάντα Οριεντάλ (τη σημερινή Ουρουγουάη) προς το Μπουένος Άιρες. Για να εξασφαλίσουν μάλιστα καλύτερα τις διακινήσεις τους, ίδρυσαν το 1680 τη μικρή πόλη Κολόνια, που έγινε αργότερα –ενώ ανθούσε το λαθρεμπόριο– μήλο της έριδος ανάμεσα σε Ισπανία και Πορτογαλία. Ύστερα από πολλές περιπέτειες, και με την υποστήριξη της Γαλλίας και της Αγγλίας, η Πορτογαλία κέρδισε την Κολόνια, το 1737. Συνεχίστηκαν έτσι οι παράνομες διακινήσεις των κατοίκων της Κολόνια, αλλά ανάλογα αυξήθηκε και η δυσαρέσκεια των κρεολών εμπόρων του Μπουένος Άιρες, που κατηγορούσαν πια ανοιχτά την Αυλή της Μαδρίτης ότι δεν ήταν σε θέση να τους προστατεύσει. Για να προλάβει την εξέγερση, ο Κάρολος Γ’ ανακήρυξε το 1776 το Μπουένος Άιρες πρωτεύουσα της νέας αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα, περιλαμβανομένης της Α., της Ουρουγουάης, της Παραγουάης και της Βολιβίας. Έστειλε εκεί, ως αντιβασιλιά, έναν αρκετά ενεργητικό άνθρωπο, τον Πέδρο δε Σεβάλιος, ο οποίος, επειδή εκείνο τον χρόνο είχε ξεσπάσει μια νέα σύγκρουση ανάμεσα στα δύο ιβηρικά βασίλεια, δεν είχε ενδοιασμούς πολιτικής ή διπλωματικής φύσης στην προετοιμασία στρατιωτικής δράσης κατά της Κολόνια· και πράγματι, το 1777 κατόρθωσε να καταλάβει την πόλη. Η συνθήκη του Σαν Ιλντεφόνσο επικύρωσε μερικούς μήνες αργότερα την κατάκτηση και η Ισπανία ανέλαβε την πλήρη κυριαρχία του σπουδαίου ποταμόκολπου. Ακολούθησε, το 1778, το άνοιγμα των λιμανιών του Μπουένος Άιρες και του Μοντεβίδεο στο ελεύθερο εμπόριο. Η νέα κατάσταση, που ευνόησε τους οικονομικούς επιχειρηματίες πορτένιος (δηλαδή του Μπουένος Άιρες) προκαλώντας μεγαλύτερη ένταση στις σχέσεις με τους γκάουτσος, έκανε τους κατοίκους του Μπουένος Άιρες να θέλουν μεγαλύτερη πολιτική αυτονομία. Οι ζυμώσεις εντάθηκαν όταν στην Ευρώπη εμφανίστηκε ο Ναπολέων. Σε μια τέτοια ψυχική κατάσταση βρίσκονταν οι πολίτες του Μπουένος Άιρες στις 26 Ιουνίου 1806, όταν αποβιβάστηκαν εκεί Άγγλοι στρατιώτες. Την επιχείρηση είχε αποφασίσει ο πρωθυπουργός Γουίλιαμ Πιτ για να αποκτήσει πολύτιμες βάσεις στην αμερικανική ήπειρο (μετά την απώλεια των αποικιών του βορρά ύστερα από την ανακήρυξη της ανεξαρτησίας των ΗΠΑ), οι οποίες με τη σειρά τους θα μετατρέπονταν σε μεγάλα κέντρα ανεφοδιασμού και διεξόδου για τη βρετανική οικονομία, που περνούσε κρίση εξαιτίας της σύγκρουσης με τον Ναπολέοντα. Ύστερα από μια φαινομενική αρχική επιτυχία, η αγγλική απόβαση προκάλεσε την αντίδραση των πορτένιος, οι οποίοι οργάνωσαν εξέγερση, αναθέτοντας την ηγεσία της στον Γάλλο Σαντιάγο ντε Λινιέρ. Τον Αύγουστο, οι Άγγλοι εκδιώχθηκαν και με μια καμπίλντο αμπιέρτο (ελεύθερη λαϊκή συνέλευση), οι πολίτες διόρισαν τον Λινιέρ στρατιωτικό διοικητή. Τον Ιούνιο του 1807 η Αγγλία εξαπέλυσε δεύτερη επίθεση για να καταλάβει το Μπουένος Άιρες, αλλά ο πληθυσμός των πορτένιος, εμψυχωμένος από τον πανταχού παρόντα Λινιέρ και τον εθνικό ήρωα Μανουέλ Μπελγκράνο, απώθησε την εισβολή. Μια νέα λαϊκή συνέλευση ανακήρυξε τον Λινιέρ αντιβασιλιά, αξίωμα το οποίο διατήρησε έως το 1809, όταν αντικαταστάθηκε από τον Μπαλτάσαρ Ιντάλγκο δε Σισνέρος. Ο ερχομός του Σισνέρος σήμανε για τους Αργεντινούς την αρχή του αγώνα για την ανεξαρτησία. Πρώτα-πρώτα ζήτησαν από τον αντιβασιλιά φιλελεύθερα μέτρα για τις εμπορικές διακινήσεις του εδάφους· αφού δεν κατάφεραν να τα επιτύχουν, μετέφεραν τη μάχη σε πολιτικό πεδίο και, κατευθυνόμενοι από διανοούμενους όπως ο Μαριάνο Μορένο και ο Μπερναρντίνο Ριβανταβία, άρχισαν να αναζητούν νέες λύσεις. Το επαναστατικό κίνημα άρχισε να ωριμάζει μετά την εκπαραθύρωση (1808) στην Ισπανία του Φερδινάνδου Ζ’ και την εγκατάσταση στον θρόνο της Μαδρίτης του αδελφού του Ναπολέοντα, Ιωσήφ Βοναπάρτη. Όταν πληροφορήθηκαν το γεγονός αυτό, οι πολίτες του Μπουένος Άιρες συγκεντρώθηκαν σε λαϊκή συνέλευση και, ύστερα από συζητήσεις τριών ημερών, στις 25 Μαΐου 1810, αποφασίστηκε ο διορισμός μιας προσωρινής επιτροπής των Ηνωμένων Επαρχιών του Ρίο ντε λα Πλάτα που θα κυβερνούσε στο όνομα του Φερδινάνδου Ζ’. Μέλη του νέου οργάνου διορίστηκαν οι Κορνέλιο Σααβέδρα (πρόεδρος), Μαριάνο Μορένο, Μανουέλ Μπελγκράνο και Μπερναρντίνο Ριβανταβία. Εξάλλου, την ηγεσία του στρατού ανέλαβε ο μεγάλος στρατιωτικός και εθνικός ήρωας της Α., Χοσέ Σαν Μαρτίν. Αμέσως, όμως, ξέσπασαν διαφωνίες: από τη μια μεριά, αντιτάχθηκαν στην επιτροπή οι προβινσιάνος, διορισμένοι από τους γκάουτσος και τους καουντίλιος του εσωτερικού, οι όποιοι δεν έβλεπαν θετικά τη δημιουργία αυτόνομης κεντρικής εξουσίας στο Μπουένος Άιρες· από την άλλη, οι ουνιτάριος πορτένιος επέμεναν για αύξηση των εξουσιών της ίδιας της επιτροπής. Στις εσωτερικές αυτές διαφωνίες προστέθηκαν οι διαχωριστικές διεκδικήσεις της Παραγουάης, της Βολιβίας (που ονομαζόταν ακόμα Άνω Περού ή Τσάρκας) και της Ουρουγουάης. Η επιτροπή δεν άντεξε και διαλύθηκε· αντικαταστάθηκε αρχικά οπό μια τριανδρία και ύστερα από μια άλλη προσωρινή επιτροπή, αλλά στο μεταξύ η Παραγουάη, υπό την ηγεσία του τοπικού καουντίλιο Χοσέ Γκασπάρ Ροντρίγκες Φράνσια, είχε ανακηρυχθεί ανεξάρτητη (1811)· και το 1816 η Ουρουγουάη περιήλθε στην κυριαρχία της Βραζιλίας. Όσο για τη Βολιβία, αυτή έγινε οχυρό των Ισπανών, που νίκησαν επανειλημμένα τον Μπελγκράνο, ο οποίος είχε σταλεί με στρατό από το Μπουένος Άιρες. Για να αποφευχθεί ο οριστικός διαμελισμός της πολιτικής και εδαφικής ενότητας που είχε δημιουργηθεί από τη λαϊκή συνέλευση στις 25 Μαΐου 1810, αποφασίστηκε η σύγκληση μιας καινούργιας συντακτικής συνέλευσης, που πραγματοποιήθηκε στην Τουκουμάν, όπου στις 9 Ιουλίου 1816 ανακηρύχθηκε επίσημα η ανεξαρτησία των Ηνωμένων Επαρχιών του Ρίο ντε λα Πλάτα. Θεωρητικά, η κρατική αυτή ενότητα θα έπρεπε να περιλαμβάνει όλα τα εδάφη-μέλη της αντιβασιλείας του Πλάτα· στην πράξη, όμως, περιορίστηκε μονάχα στην Α. Ανώτατος δικτάτορας ή κυβερνήτης ανακηρύχθηκε ο πορτένιο Χουάν Μαρτίν δε Πουεϊρεδόν, που εγκατέστησε την έδρα του στο Μπουένος Άιρες. Πολλοί ήλπιζαν ότι η λύση που είχε υιοθετηθεί στην Τουκουμάν θα σήμαινε την έναρξη της πολυπόθητης γαλήνης· αντίθετα, αποτέλεσε την έναρξη μιας περιόδου ταραχών και συγκρούσεων ανάμεσα στις φατρίες, που οφείλονταν στον ανταγωνισμό ανάμεσα σε πορτένιος και προβινσιάνος. Στη σύγκρουση αυτή, ανάμεσα σε ουνιτάριος και φεντεράλες, που χαρακτήρισε τη διαμόρφωση της χώρας, προστέθηκε το 1824 ένας πόλεμος με τη Βραζιλία για την κατοχή της Μπάντα Οριεντάλ (Ουρουγουάης). Οι εχθροπραξίες τερματίστηκαν μονάχα το 1828, με την υπογραφή συνθήκης που διασφάλιζε την ανεξαρτησία του εδάφους, το οποίο ονομάστηκε Ανατολική Δημοκρατία της Ουρουγουάης. Ο τερματισμός του πολέμου με τη Βραζιλία ευνόησε, στο Μπουένος Άιρες, την άνοδο μιας ενωτικής κυβέρνησης υπό την ηγεσία του στρατηγού Χουάν Λαβάλιε, εναντίον του οποίου οι προβινσιάνος έστρεψαν τον νεαρό καουντίλιο Χουάν Μανουέλ δε Ρόσας. Αυτός έφτασε με τον στρατό του στην πρωτεύουσα και εκδίωξε τον Λαβάλιε (1829). Αφού ανέλαβε την εξουσία, ο Ρόσας, που αντιλαμβανόταν την ανάγκη να έρθει σε συμφωνία με τους πορτένιος για να μπορέσει να διατηρήσει τη θέση του, εγκατέλειψε τους παλαιούς υποστηρικτές του και έγινε ενωτικός δικτάτορας. Εφαρμόζοντας επεκτατική πολιτική, στράφηκε ξανά προς την Ουρουγουάη, όπου, για να μπορέσει να επιβληθεί ευκολότερα, υποκίνησε εμφύλιο πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου οι δημοκρατικοί είχαν την υποστήριξη του Τζουζέπε Γκαριμπάλντι (βλ. λ.). Η πολιτική του Ρόσας προκάλεσε την αντίδραση της Βραζιλίας, που με τη σειρά της βοήθησε τους προβινσιάνος εναντίον του. Σε αυτή την κατάσταση ωρίμασε η εξέγερση: πρωταγωνιστής της ήταν ο καουντίλιο και κυβερνήτης της επαρχίας Έντρε Ρίος, ο Χούστο Χοσέ δε Ουρκίσα, ο οποίος, στις 3 Φεβρουαρίου 1852, πολέμησε τον Ρόσας, νικώντας τον στην Κασέρος. Έπειτα από την ήττα του, ο δικτάτορας εξορίστηκε στην Αγγλία. Μετά την απομάκρυνση από την πολιτική σκηνή του Χουάν Μανουέλ δε Ρόσας, αυτό που ήταν περισσότερο επείγον ήταν η αναδιοργάνωση του κράτους. Ο Ουρκίσα συγκέντρωσε τους κυβερνήτες όλων των επαρχιών και σύναψε μαζί τους, τον Μάιο του 1852, το λεγόμενο σύμφωνο του Σαν Νικόλα, με το οποίο αποφασίστηκε ότι ο νικητής του Ρόσας θα αναλάμβανε προσωρινά τα καθήκοντα γενικού δικτάτορα της χώρας, περιμένοντας τις αποφάσεις ενός συντακτικού συνεδρίου που θα συγκαλούσαν το ταχύτερο. Στην άσκηση των καθηκόντων που του είχαν αναθέσει, ο Ουρκίσα θέσπισε μερικά μέτρα οικονομικού χαρακτήρα προς όφελος προπάντων των αγροτών και των κτηνοτρόφων του εσωτερικού. Συγκεκριμένα, εθνικοποίησε τα τελωνειακά έσοδα του λιμανιού του Μπουένος Άιρες (που πρώτα δίνονταν αποκλειστικά στην επαρχία των πορτένιος), άνοιξε σε ελεύθερη διακίνηση τους ποταμούς Παρανά και Ουρουγουάη και σύναψε εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ, τη Μεγάλη Βρετανία και τη Γαλλία. Φυσικά, τα μέτρα αυτά δεν ήταν αρεστά στους πορτένιος, που έβλεπαν να χάνουν τα μονοπώλια και τα έσοδα από τις διακινήσεις από και προς το Μπουένος Άιρες. Τότε, το νομοθετικό όργανο της επαρχίας, παρακινούμενο από τις κατηγορίες του Μπαρτολομέ Μίτρε εναντίον της «ανεύθυνης δικτατορίας» του Ουρκίσα, κατήγγειλε το σύμφωνο του Σαν Νικόλα, απαλλάχτηκε από τον κυβερνήτη που είχε διορίσει η κεντρική κυβέρνηση, τοποθετώντας στη θέση του τον Βαλεντίν Αλσίνα και ανακήρυξε την απόσχισή της από τις Ηνωμένες Επαρχίες. Ο Ουρκίσα δεν θέλησε να διακινδυνεύσει μια σύγκρουση· έτσι δέχτηκε το γεγονός ως τετελεσμένο και μετέφερε την έδρα της εθνικής πρωτεύουσας στην Παρανά. Η απόσχιση του Μπουένος Άιρες δεν τον έκανε όμως να παραιτηθεί από τον σκοπό του να προωθήσει τα σχέδια για αναδιοργάνωση του κράτους. Έτσι, πάντοτε το 1852, συγκάλεσε στη Σάντα Φε τη συντακτική συνέλευση και περίμενε τις αποφάσεις της. Τέλος, το σύνταγμα συντάχτηκε και ο Ουρκίσα το έθεσε σε εφαρμογή το 1853. Το σύνταγμα αυτό θέσπιζε την ομοσπονδιακή δημοκρατία, με πρόεδρο και αντιπρόεδρο που θα εκλέγονταν κάθε έξι χρόνια, ένα κογκρέσο με δύο σώματα και, για κάθε επαρχία, έναν κυβερνήτη και τοπική νομοθετική εξουσία. Οι εσωτερικές συγκρούσεις. Με το σύνταγμα του 1853, ο Ουρκίσα προσπάθησε να ανοίξει για την Α. τον δρόμο της εσωτερικής γαλήνης και της προόδου, αλλά τα αποτελέσματα που πέτυχε ήταν ασήμαντα, επειδή είχαν οξυνθεί για άλλη μία φορά οι ανταγωνισμοί ανάμεσα στους καουντίλιος προβινσιάνος. Ωστόσο, κατάφερε να πραγματοποιήσει μια σπουδαία πρωτοβουλία: ανέπτυξε στο μέγιστο τις λιμενικές εγκαταστάσεις της Ροσάριο, στον ποταμό Παρανά, έτσι ώστε να κάνει την πόλη σημαντικό κέντρο διακινήσεων, και έλαβε διάφορα μέτρα που οδήγησαν τις ξένες κυβερνήσεις να στέλνουν τα πλοία τους εκεί και όχι στο Μπουένος Άιρες. Η κατάσταση που δημιουργήθηκε προκάλεσε την οργή των πορτένιος, έτσι ώστε αποφάσισαν να κηρύξουν τον πόλεμο εναντίον της δημοκρατίας. Η σύγκρουση αυτή είχε εναλλασσόμενες φάσεις, αλλά γενικά υπήρξε θετική για την επίτευξη της εθνικής ενότητας της Α. Πράγματι, μετά τον τερματισμό της το 1861, ο Ουρκίσα αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την προεδρία, αλλά το Μπουένος Άιρες δέχτηκε να ξαναμπεί στη δημοκρατία, επιβάλλοντας όμως τον όρο να αναλάβει την προσωρινή ηγεσία ο Μπαρτολομέ Μίτρε. Το 1862 έγιναν εκλογές και ο Μίτρε, που είχε επαναφέρει την έδρα της κεντρικής κυβέρνησης στο Μπουένος Άιρες, έγινε πρόεδρος με μεγάλη πλειοψηφία. Η σύγκρουση με την Παραγουάη, που προκλήθηκε από τις επεκτατικές βλέψεις του δικτάτορα Φρανσίσκο Σολάνο Λόπες, διέκοψε την περίοδο ειρήνης που είχε αρχίσει με την άνοδο στην εξουσία του Μίτρε. Σκοπεύοντας στην κατάκτηση μιας διεξόδου στον Ατλαντικό και ταυτόχρονα ανησυχώντας για τις προοπτικές δύναμης που άνοιγαν στη νοτιοαμερικανική σκακιέρα για την Α. και τη Βραζιλία, ο Σολάνο Λόπες ήρθε σε συμφωνία με τους πιο συντηρητικούς και αντιδραστικούς κύκλους του Μοντεβίδεο και κατηγόρησε ανοιχτά τις κυβερνήσεις του Μπουένος Άιρες και του Ρίο ντε Τζανέιρο ότι ήθελαν να κατακτήσουν την Ουρουγουάη· αποτέλεσμα ήταν να κληθεί, το 1864, από τους Ουρουγουανούς φίλους του να υπερασπιστεί τη χώρα τους. Αφού εισέβαλε σε εδάφη που βρίσκονταν στα σύνορα με την Α. και τη Βραζιλία, άρχισε την πορεία προς τον ποταμόκολπο του Ρίο ντε λα Πλάτα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος, επειδή εκείνη την εποχή ο στρατός της Παραγουάης αποτελούσε την πιο έμπειρη πολεμικά στρατιωτική δύναμη της Νότιας Αμερικής. Η Ουρουγουάη, η Βραζιλία και η Α. αποφάσισαν έτσι να ενώσουν τις δυνάμεις τους και υπέγραψαν συνθήκη συμμαχίας: γι’ αυτό και ο πόλεμος της Παραγουάης ονομάστηκε πόλεμος της Τριπλής Συμμαχίας. Οι εχθροπραξίες διήρκεσαν μεγάλο διάστημα και βρίσκονταν πολύ μακριά από τον τερματισμό τους, όταν ο πρόεδρος Μίτρε έφτασε στο τέλος της θητείας του. Τον διαδέχτηκε, το 1868, ο Ντομίνγκο Φαουστίνο Σαρμιέντο· αυτός ηγήθηκε της δημοκρατίας στη δεύτερη φάση του πολέμου, μέχρι την ήττα της Παραγουάης (1870). Ο Σαρμιέντο κάθισε στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων και, βοηθούμενος από τον Μίτρε, κατόρθωσε να αποσπάσει από την ηττημένη χώρα τμήματα εδάφους στη ζώνη της Μισιόνες και κατά μήκος των λεκανών των ποταμών Μπερμέχο και Πιλκομάγιο. Τη σημαντικότερη επιτυχία πραγματοποίησε, όμως, στην εσωτερική πολιτική. Για τη διαδοχή στην προεδρία, ο Σαρμιέντο υποστήριξε την υποψηφιότητα του Νικολάς Αβελιανέδα, ο οποίος, παρότι είχε εναντίον του πολλές περιοχές πορτένιος, εξελέγη και τον Οκτώβριο του 1874 ανέλαβε την προεδρία. Η διοίκησή του χαρακτηρίστηκε από μια περαιτέρω ενίσχυση της ολιγαρχίας των γαιοκτημόνων. Οι μεγάλοι γαιοκτήμονες, πράγματι, παρακίνησαν τον νέο πρόεδρο να θεσπίσει νόμο που θα επέτρεπε την απόκτηση τεράστιων εκτάσεων γαιών που ανήκαν στο κράτος. Η Α. διέθετε πάρα πολλές τέτοιες εκτάσεις στον νότο, όπου ζούσαν μερικές χιλιάδες Ινδιάνων οι οποίοι αντιστέκονταν στη διείσδυση των λευκών στα εδάφη εκείνα. Τότε οι γαιοκτήμονες, με τη δικαιολογία ότι ήθελαν να επιβάλουν ειρήνη στις φυλές και να τις προσηλυτίσουν στον χριστιανισμό, έπεισαν τον Αβελιανέδα να οργανώσει στρατιωτική εκστρατεία. Το 1879, επικεφαλής 8.000 αντρών, ο ίδιος ο υπουργός Πολέμου, στρατηγός Χούλιο Α. Ρόκα, ξεκίνησε για τον παταγονικό νότο και εξόντωσε τους Ινδιάνους επιστρέφοντας θριαμβευτικά στο Μπουένος Άιρες. Με τον τρόπο αυτό οι γαιοκτήμονες μπορούσαν πλέον να αποκτήσουν τις γαίες που τόσο επιθυμούσαν. Η απόκτηση των παταγονικών αυτών γαιών δεν πραγματοποιήθηκε όμως με ειρηνικό τρόπο: οι πορτένιος, καταλαβαίνοντας ότι όλα αυτά γίνονταν για το συμφέρον των ολιγαρχικών προβινσιάνος, ζήτησαν για το Μπουένος Άιρες μερίδιο από τη λεία· και επειδή δεν το πέτυχαν επιχείρησαν ανοιχτή εξέγερση. Αλλά στις 20 και στις 21 Ιουλίου 1880, ο στρατηγός Χούλιο Ρόκα, που είχε εκλεγεί πρόεδρος της δημοκρατίας (1880), κατέλαβε στρατιωτικά την πόλη και, ύστερα από αιματηρές συγκρούσεις με τους κατοίκους, κατόρθωσε να καταστείλει την εξέγερση. Στη συνέχεια ο νέος πρόεδρος πήρε την απόφαση να λύσει το πρόβλημα της πρωτεύουσας, πρόβλημα που υπήρχε από την εποχή του Ουρκίσα. Στις 21 Σεπτεμβρίου 1880, το Μπουένος Άιρες έγινε πρωτεύουσα της δημοκρατίας, αλλά είχε και το ειδικό καθεστώς του ομοσπονδιακού διαμερίσματος· πρωτεύουσα της επαρχίας ανακηρύχθηκε η πόλη Λα Πλάτα. Υπό την προεδρία του Ρόκα (1880-86) και των διαδόχων του, Χουάρες Σέλμαν (1886-90) και Κάρλος Πελιεγκρίνι (1890-92), η Α. εξακολούθησε να αναπτύσσεται οικονομικά, ενώ συνεχίστηκε η ροή Ευρωπαίων μεταναστών. Αλλά, ουσιαστικά, η ευημερία ήταν μονάχα για τους πλούσιους κτηνοτρόφους και παραγωγούς δημητριακών. Επρόκειτο, συνεπώς, για μια οικονομικά ανισόρροπη ανάπτυξη, με αποτέλεσμα να αρχίσουν να ακούγονται φωνές δυσαρέσκειας και λαϊκές διαμαρτυρίες εναντίον της ολιγαρχίας που βρισκόταν στην εξουσία. Δημιουργήθηκαν τότε οι πρώτες οργανώσεις που σύντομα μετατράπηκαν σε συνδικάτα. Οργανώθηκαν επίσης πολιτικές ομάδες νέου τύπου. Ανάμεσά τους ξεχώρισε η Ουνιόν Σίβικα δε λα Χουβεντούδ (Πολιτική Ένωση Νεότητας), υπό την ηγεσία του Λεάντρο Ν. Αλέμ· γύρω από αυτήν συγκεντρώθηκαν οι μεσαίες τάξεις και μερικοί προλεταριακοί τομείς. Η ομάδα αυτή ήταν που υποκίνησε την εξέγερση του 1890, η οποία οδήγησε στην παραίτηση του Σέλμαν. Ο πρόεδρος Κάρλος Πελιεγκρίνι προσπάθησε να διαλύσει την επικίνδυνη οργάνωση, αλλά δεν τα κατάφερε· αντίθετα, αυτή ισχυροποιήθηκε ακόμα περισσότερο και πήρε τη μορφή πραγματικού πολιτικού κόμματος, υιοθετώντας το όνομα Ουνιόν Σίβικα Ραντικάλ (Πολιτική Ριζοσπαστική Ένωση). Ενθαρρυμένος οπό την τροπή των πραγμάτων, το 1891 ο Αλέμ έθεσε υποψηφιότητα για την προεδρία της δημοκρατίας, αλλά οι συντηρητικοί, που ήταν πάντοτε κύριοι του πεδίου, τον συνέλαβαν και τον εξόρισαν. Νέος αρχηγός του κράτους εξελέγη ο Λουίς Σάενς Πένια. Αλλά ο Αλέμ δεν παρέδωσε τα όπλα: επέστρεψε στην Α. και, λίγο μετά, υποκίνησε άλλες διαμαρτυρίες και ταραχές. Για μια ακόμα φορά εξορίστηκε. Ωστόσο, ο πρόεδρος αναγκάστηκε να παραιτηθεί· την προεδρία ανέλαβε ο αντιπρόεδρος Χοσέ Ουριμπούρν (1895-98). Ο Αλέμ επέστρεψε, αλλά αυτοκτόνησε. Η ηγεσία του Ριζοσπαστικού Κόμματος περιήλθε στα χέρια του Ιπόλιτο Ιριγκόγεν, ο οποίος συνειδητοποίησε τη δύναμη που είχε το κόμμα του, αλλά ταυτόχρονα και τις αδυναμίες του. Έτσι, αντίθετα με ό,τι είχε κάνει ο Αλέμ, ασχολήθηκε προπάντων με την οργάνωση του κόμματος και ανέστειλε για πιο κατάλληλη στιγμή την άμεση σύγκρουση με τους αντιπάλους του. Η στρατηγική αυτή κράτησε τους ριζοσπαστικούς έξω από τις προεδρικές εκλογές του 1897, τις οποίες κέρδισε ο συντηρητικός Χούλιο Ρόκα. Η χώρα απέκτησε ξανά αυταρχικό καθεστώς (1898-1904), αλλά αυτό δεν την εμπόδισε να σημειώσει επιτυχίες σε διεθνές επίπεδο, χάρη στη διπλωματία του Λουίς Μαρία Ντράγκο. Αυτός διαπραγματεύθηκε, το 1902, καταφεύγοντας σε διαιτησία, το πρόβλημα των νότιων συνόρων (Γη του Πυρός) με τη Χιλή· και ο Ντράγκο ήταν εκείνος που, πάντοτε το 1902, διακήρυξε το δόγμα που φέρει το όνομά του, σύμφωνα με το οποίο οι οφειλές ενός αμερικανικού κράτους σε ευρωπαϊκά κράτη δεν μπορούν να δικαιολογήσουν αποκλεισμούς ή αντίποινα από μέρους των τελευταίων. Στο μεταξύ, στο εσωτερικό, τα συνδικαλιστικά κινήματα είχαν ενισχυθεί, ιδιαίτερα μετά τη δημιουργία της Περιφερειακής Ομοσπονδίας των Αργεντινών Εργατών (1901) και της Γενικής Ένωσης των Αργεντινών Εργατών (1902). Η κατάσταση άλλαξε υπό τη διοίκηση του προέδρου Ρόκε Σάενς Πένια (1910-14). Αυτός κατάλαβε ότι το μεταρρυθμιστικό κίνημα, του οποίου ηγούνταν οι ριζοσπαστικοί και τα συνδικάτα, δεν έπρεπε να αντιμετωπίζεται με τα παλαιά συστήματα της ολιγαρχίας, επειδή είχε γίνει πια φορέας μεγάλης μερίδας του λαού. Δεν μπορούσε πια να διατηρηθεί σε ισχύ ο παλαιός εκλογικός νόμος που εκείνη την εποχή απέκλειε από τις κάλπες σχεδόν τέσσερα εκατομμύρια εργαζομένους. Με την υποστήριξη φωτισμένων συντηρητικών, φιλελεύθερων και βιομηχάνων, ο πρόεδρος θέσπισε το 1912 νέο εκλογικό νόμο, με τον οποίο η άμεση καθολική και μυστική ψηφοφορία επεκτάθηκε σε όλους τους ενήλικες άρρενες πολίτες. Έχοντας σημειώσει την πρώτη τους νίκη, οι ριζοσπαστικοί αποφάσισαν να πάρουν μέρος στις εκλογές του 1912 για την ανανέωση της βουλής, αποκτώντας τον έλεγχο της εθνοσυνέλευσης. Η έκρηξη του Α’ Παγκοσμίου πολέμου προκάλεσε διαφωνίες σχετικά με τη θέση που θα έπρεπε να πάρει η χώρα. Ο Πένια είχε διακηρύξει την ουδετερότητα της Α. Ο Ιριγκόγεν και το κόμμα του υποστήριζαν την ίδια θέση· ωστόσο ζητούσαν την υποστήριξη της δημοκρατίας στους συμμάχους με εφοδιασμούς σιτηρών και κρεάτων. Με αυτές τις θέσεις στην εξωτερική πολιτική και με τις γνωστές διεκδικήσεις στην εσωτερική, ο Ιριγκόγεν θριάμβευσε στις προεδρικές εκλογές του 1916. Η άνοδός του στην εξουσία αποτέλεσε μια ιστορική στιγμή για την Α., επειδή αντιπροσώπευσε την είσοδο των μεσαίων τάξεων και των εργατικών οργανώσεων στους οργανισμούς της κυβέρνησης. Η ριζοσπαστική διοίκηση κράτησε τις υποσχέσεις της: ενισχύθηκαν τα πολιτικά δικαιώματα και η κοινωνική δικαιοσύνη, ενώ αναδιοργανώθηκε η οικονομία. Ωστόσο, το 1920, η Α. επλήγη από την παγκόσμια οικονομική ύφεση και εισήλθε σε δύσκολη περίοδο: στις εκλογές του 1922 ηττήθηκε το ρεύμα του οποίου ο Ιριγκόγεν ηγείτο στους κόλπους του Ριζοσπαστικού Κόμματος και τη νίκη πήρε το πιο προοδευτικό του Μαρσέλο Αλβεάρ. Ο νέος πρόεδρος της δημοκρατίας πραγματοποίησε μεταρρυθμίσεις και θέσπισε μια σειρά από κοινωνικούς νόμους. Οι διαφωνίες στο εσωτερικό του Ριζοσπαστικού Κόμματος είχαν ως αποτέλεσμα να χωριστεί το κόμμα στα δύο. Όμως κατάλαβαν εγκαίρως τον κίνδυνο: άφησαν κατά μέρος τις διαφωνίες και στις προεδρικές εκλογές του 1928 έδωσαν τις ψήφους για άλλη μια φορά στον Ιριγκόγεν, που επανεξελέγη για την ενότητα. Η άνοδος του Περόν. Οι δυνάμεις των συντηρητικών είχαν καταφέρει να πετύχουν μια σχετική ενότητα και περίμεναν μια ευνοϊκή ευκαιρία για να αντιδράσουν στην κυριαρχία των ριζοσπαστικών. Η ευκαιρία αυτή προσφέρθηκε από την παγκόσμια κρίση του 1929. Η Α. υπέστη και αυτή τις συνέπειες και έτσι άρχισαν ταραχές και δυσαρέσκειες. Εκμεταλλευόμενοι την ανωμαλία αυτή, οι στρατιωτικοί ανέτρεψαν, στις 5 Σεπτεμβρίου 1930, τον Ιριγκόγεν και εγκατέστησαν στη θέση του προσωρινή χούντα υπό την ηγεσία του στρατηγού Χοσέ Ουριμπούρου. Η κατάσταση αυτή εδραιώθηκε το 1932, όταν εξελέγη πρόεδρος της δημοκρατίας ο Αγκουστίν Χούστο. Ήδη είχαν εδραιωθεί τα δικτατορικά καθεστώτα της φασιστικής Ιταλίας και της ναζιστικής Γερμανίας. Οι εκλογές του 1937 έφεραν στην Κάσα Ροσάδα, την έδρα του προέδρου της δημοκρατίας, έναν άλλο συντηρητικό, τον δικηγόρο Ρομπέρτο Ορτίς, γνωστό για τους οικονομικούς δεσμούς του με τις βρετανικές σιδηροδρομικές εταιρείες. Ίσως εξαιτίας των δεσμών αυτών, ίσως πάλι γιατί δεν συμπαθούσε τις αυταρχικές μεθόδους, όταν ξέσπασε ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος ο Ορτίς τάχθηκε με το μέρος της Μεγάλης Βρετανίας και δήλωσε ότι θα εξακολουθούσε να προσφέρει στη φίλη χώρα προμήθειες σιτηρών και κρεάτων. Η θέση αυτή δεν άρεσε σε πολλούς στρατηγούς και ανώτερους αξιωματούχους του στρατού (ανάμεσα στους οποίους είχε αρχίσει να ανέρχεται ο Χουάν Ντομίνγκο Περόν) που ήταν φιλικά διακείμενοι στις δυνάμεις του Άξονα· γι’ αυτό, όταν το 1940 ο Ορτίς αρρώστησε βαριά, το γενικό επιτελείο δεν έχασε καιρό και τον αντικατέστησε με τον αντιπρόεδρο Ραμόν Καστίλιο, γνωστό για τα φιλοναζιστικά του αισθήματα. Στις 4 Ιουνίου 1943, ο Καστίλιο ανατράπηκε από μια ομάδα οφισιάλες ουνίδος (ενωμένοι αξιωματικοί), ανάμεσα στους οποίους ήταν και ο συνταγματάρχης Χουάν Ντομίνγκο Περόν. Την προεδρία της δημοκρατίας ανέλαβε ο στρατηγός Αρτούρο Ράουσον, αλλά μόλις τρεις μέρες αργότερα αναγκάστηκε να την παραχωρήσει στον στρατηγό Πέδρο Ραμίρες. Η νέα κυβέρνηση σκλήρυνε τη στάση της απέναντι στις δυτικές εμπόλεμες δυνάμεις. Η Ουάσινγκτον και το Λονδίνο διαμαρτυρήθηκαν, αλλά μάταια. Το αμερικανικό και το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών κατηγόρησαν την Α. ότι συνωμοτούσε ενάντια στις δημοκρατίες ολόκληρης της αμερικανικής ηπείρου. Οι κατηγορίες αυτές αύξησαν την εσωτερική ένταση. Έτσι, για να αποφύγει ταραχές, ο Ραμίρες παραιτήθηκε και άφησε τη θέση του, το 1944, στον στρατηγό Ελντεμίρο Φαρέλι που, πιο προσεκτικός από τον προκάτοχό του, κατάφερε να καθησυχάσει –αναφορικά με τις σχέσεις με τη Γερμανία– τον λαό της Α. και τους άλλους λαούς και τις κυβερνήσεις του ελεύθερου κόσμου. Στην πραγματικότητα, όμως, την ενέργεια του νέου προέδρου επηρέασε περισσότερο η τροπή που έπαιρνε ο πόλεμος. Έτσι, στην παναμερικανική διάσκεψη της Τσαπουλτεπέκ, τον Φεβρουάριο του 1945, η Α. τάχθηκε με το μέρος των Συμμάχων. Αυτό επέτρεψε στη δημοκρατία να μπει στην οικογένεια των Ηνωμένων Εθνών ως ιδρυτικό μέλος. Αμέσως μετά τον πόλεμο την εξουσία ανέλαβε (1946) ο συνταγματάρχης Χουάν Ντομίνγκο Περόν, που εγκαινίασε ένα καθεστώς αόριστα λαϊκό και στραμμένο σε μια γρήγορη εκβιομηχάνιση. Ο Περόν, που είχε εξοριστεί το 1945 έχοντας ανησυχήσει τους ιθύνοντες με τη διαρκώς αυξανόμενη δημοτικότητά του, επανήλθε χάρη στη δραστηριότητα των φίλων του και της Εύα Ντουάρτε (έπειτα Εβίτα Περόν). Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Περόν ευνοήθηκαν οι εργατικές μάζες και τέθηκε το πρόβλημα της ανάκτησης του εθνικού πλούτου. Η πολιτική που ακολούθησε πήρε το όνομά του (περονισμός) και ουσιαστικά απέβλεπε στην ενίσχυση του εγχώριου εμπορίου και της βιομηχανίας και στην προστασία των εργατών των πόλεων. Οι συγκυρίες ήταν ευνοϊκές, επειδή η Α. είχε πλουτίσει από τις εξαγωγές γεωργικών προϊόντων κατά τη διάρκεια του πολέμου. Όμως, οι διαρθρωτικές αλλαγές χρειάζονταν χρόνο και ο Περόν προσπάθησε να τις επιβάλει βίαια. Παράλληλα, δυσαρέστησε τους μεγάλους εταίρους, αποθαρρύνοντας την ανάπτυξη στο έδαφος της Α. ξένων εταιρειών. Επανεξελέγη πρόεδρος της δημοκρατίας το 1951, αλλά από τότε άρχισε η πτώση. Πρώτα έχασε τη σύζυγο και πολύτιμη συνεργάτιδά του Εβίτα Περόν (από λευχαιμία) και μετά άρχισαν οι ίντριγκες, οι πολιτικές συνωμοσίες, οι φυλακίσεις και διώξεις αντιπάλων και η καθοριστική ρήξη με την καθολική εκκλησία, που πέρασε στο αντίπαλο στρατόπεδο. Χάνοντας και την υποστήριξη των λαϊκών μαζών από κάποια αντιδημοκρατικά μέτρα που είχε πάρει, και όταν πλέον εθνικισμός και μιλιταρισμός οδήγησαν την Α. σε οικονομική κρίση, ο Περόν βρέθηκε μόνος και ανατράπηκε τον Σεπτέμβριο του 1955 από στρατιωτική εξέγερση. Από τον ριζοσπαστισμό στο στρατιωτικό καθεστώς και τη δημοκρατία. Η πτώση του δικτάτορα χαιρετίστηκε από όλους ως θρίαμβος της ελευθερίας. Ο αρχηγός της εξέγερσης, στρατηγός Εντουάρντο Λονάρντι, ανέλαβε την προεδρία της δημοκρατίας, αλλά στις 13 Νοεμβρίου 1955 αναγκάστηκε να την παραχωρήσει στον στρατηγό Πέδρο Εουχένιο Αραμπούρου. Παρότι ο στρατός ήταν κύριος της κατάστασης, επιτράπηκε στα κόμματα να αναδιοργανωθούν και να προετοιμαστούν για τις μελλοντικές εκλογές· αλλά το περονιστικό κόμμα τέθηκε εκτός νόμου και η Γενική Συνομοσπονδία Εργασίας διαλύθηκε. Ο Αραμπούρου φρόντισε επίσης να αναστείλει (1956) το αυταρχικό σύνταγμα του Περόν και να επαναφέρει το πρώτο σύνταγμα του 1853. Στο πλαίσιο αυτό, το πιο αξιοσημείωτο γεγονός ήταν η διαίρεση του Ριζοσπαστικού Κόμματος σε δύο μεγάλους κορμούς: στην Αδιάλλακτη Πολιτική Ριζοσπαστική Ένωση (UCRΙ), υπό την ηγεσία του Αρτούρο Φροντίσι, και στην Πολιτική Ριζοσπαστική Ένωση του Λαού (UCRΡ), υπό την ηγεσία του Ρικάρντο Μπαλμπίν. Στις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 1958, το UCRΙ, χάρη στα δύο εκατομμύρια ψήφους των πρώην περονιστών, πήρε την πλειοψηφία και πρόεδρος της δημοκρατίας ανακηρύχθηκε ο Φροντίσι. Αφού ανέλαβε την προεδρία, ο Φροντίσι επιδόθηκε σε ένα εκνευριστικό παιχνίδι ισορροπίας, που τελικά δυσαρέστησε τους πάντες. Τα πράγματα περιπλέχτηκαν ακόμα περισσότερο όταν η κυβέρνηση επέτρεψε στο περονιστικό κίνημα να συμμετάσχει στις κοινοβουλευτικές εκλογές της 18ης Μαρτίου 1962. Η Λαϊκή Ένωση (δηλαδή το περονιστικό κόμμα) απέδειξε ότι ήταν η πιο σημαντική πολιτική δύναμη της χώρας. Οι στρατηγοί και οι συντηρητικοί φίλοι τους αντέδρασαν αμέσως: αρχικά υποχρέωσαν τον Φροντίσι να ακυρώσει το εκλογικό αποτέλεσμα και ύστερα, αφού δεν έμειναν ικανοποιημένοι από αυτό, στις 29 Μαρτίου 1962 ανέτρεψαν τον πρόεδρο και τον αντικατέστησαν με τον Χοσέ Μαρία Γκίδο, ο οποίος δεν κατόρθωσε να εντάξει συνταγματικά τη μάζα των περονιστών στην πολιτική ζωή της χώρας. Στις εκλογές του 1963, αφού τέθηκαν εκτός νόμου τα περονιστικά και φιλοπερονιστικά κόμματα, νικητής αναδείχτηκε ο Αρτούρο Ίλια, της Πολιτικής Ριζοσπαστικής Ένωσης του Λαού. Η χώρα, ωστόσο, δεν κατόρθωσε να αποκτήσει μια πραγματική ισορροπία και η εσωτερική αστάθεια προκαλούσε μεγάλη οικονομική κρίση που απειλούσε τις εσωτερικές δομές της χώρας. Τον Ιούνιο του 1966 ο Ίλια ανατράπηκε από μια ομάδα στρατιωτικών, που ήταν αποφασισμένοι να αποκαταστήσουν την κοινωνική γαλήνη. Οι τρεις πρόεδροι που διαδέχτηκαν ο ένας τον άλλο στην εξουσία –Χουάν Κάρλος Ονγκανία (1966-70), Ρομπέρτο Μαρσέλο Λέβινγκστον (1970-71) και Αλεχάντρο Λανούσε (1971-73)– δεν κατόρθωσαν να βρουν διέξοδο στην κρίση και αναγκάστηκαν να ασχοληθούν με τη βαθμιαία αποκατάσταση της δημοκρατικής νομιμότητας. Στις προεδρικές εκλογές του 1973, ο περονιστής υποψήφιος Εκτόρ Καμπόρα σημείωσε μεγάλη επιτυχία. Αφού ανέλαβε την προεδρία, ο Καμπόρα παραιτήθηκε μετά από λίγους μήνες, επιτρέποντας έτσι στον Χουάν Περόν να επιστρέψει στην εξουσία (Σεπτέμβριος 1973). Αλλά η νίκη του παλαίμαχου ηγέτη δεν έφερε τη λύση των προβλημάτων της χώρας: οι βίαιες αντιθέσεις ανάμεσα στην επαναστατική αριστερά και στην εθνικιστική δεξιά του περονισμού διατήρησαν την Α. σε μια κατάσταση έντασης και πολιτικής βίας, που οξύνθηκε μετά τον θάνατο του Περόν (1974) και την άνοδο στην εξουσία της δεύτερης γυναίκας του, Ιζαμπέλ Μαρτίνες (της επιλεγόμενης Ιζαμπελίτα). Τέλος, η ασταθής πολιτική της Ιζαμπελίτα, η επιδείνωση της οικονομικής κρίσης και οι ολοένα συχνότερες αναταραχές ευνόησαν, τον Μάρτιο του 1976, ένα πολλοστό πραξικόπημα. Μια στρατιωτική χούντα, με επικεφαλής τον στρατηγό Χόρχε Ραφαέλ Βιντέλα, ανέλαβε την εξουσία. Το στρατιωτικό καθεστώς του Βιντέλα διέλυσε το κογκρέσο και εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση κατά των αριστερών ανταρτών, αλλά και της αντιπολίτευσης, παραβιάζοντας κατάφωρα τα ανθρώπινα δικαιώματα του πληθυσμού. Υπολογίζεται ότι στο διάστημα της διακυβέρνησης από τη χούντα εξαφανίστηκαν 30.000 πολιτικοί αντίπαλοι του καθεστώτος στον λεγόμενο βρόμικο πόλεμο που εξαπέλυσαν οι στρατηγοί. Τον Μάρτιο του 1981, ο στρατηγός Ρομπέρτο Βιόλα, μέλος κι αυτός της στρατιωτικής χούντας, διαδέχτηκε τον Βιντέλα στην προεδρία της χώρας. Λίγους μήνες αργότερα, για λόγους υγείας, ο στρατηγός Βιόλα παραχώρησε τη θέση του στον στρατηγό Λεοπόλντο Γκαλτιέρι, που προχώρησε σε κινήσεις φιλελευθεροποίησης του καθεστώτος. Τον Απρίλιο του 1982 ο στρατηγός Γκαλτιέρι διέταξε την κατάληψη των νησιών Φόκλαντ (Μαλβίνες), που τα κατείχε η Μεγάλη Βρετανία, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει πόλεμος, να χάσουν τη ζωή τους 750 Αργεντινοί στρατιώτες και τελικά η Α. να παραδεχτεί την ήττα της. Η ήττα των Φόκλαντ οδήγησε στην κατάρρευση της χούντας και στην ανακήρυξη προεδρικών εκλογών, που έγιναν τον Οκτώβριο του 1983 και από τις οποίες αναδείχτηκε πρόεδρος της Α. ο Ραούλ Αλφονσίν. Ο νέος πρόεδρος της χώρας προχώρησε σε ριζικές αλλαγές στις ένοπλες δυνάμεις και στη δικαστική δίωξη των πρωτεργατών της χούντας, που καταδικάστηκαν σε ισόβια κάθειρξη. Στις εκλογές του 1989 νικητής αναδείχτηκε ο επικεφαλής της συμμαχίας των περονιστών, Κάρλος Μένεμ, ο οποίος χορήγησε αμνηστία στους πρωτεργάτες της χούντας με στόχο την εθνική συμφιλίωση, προκαλώντας έντονες αντιδράσεις. Ο νέος πρόεδρος της Α. έστρεψε την προσοχή του στη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας επιβάλλοντας σκληρά μέτρα λιτότητας για τη συγκράτηση του πληθωρισμού. Παρά τα σκάνδαλα διαφθοράς για τα οποία κατηγορήθηκε, η δημοτικότητα του προέδρου Μένεμ παρέμεινε υψηλή και τον Μάιο του 1995 επανεξελέγη εύκολα στην προεδρία της χώρας. Η πορεία προς την καταστροφή της οικονομίας. Στις εκλογές του κογκρέσου το 1997, πλειοψήφησε ο συνασπισμός των κομμάτων της αντιπολίτευσης και οι περονιστές απομονώθηκαν. Τον επόμενο χρόνο, μια σειρά οικονομικών σκανδάλων, όπως και η αποκάλυψη ότι η Α. προμήθευε με όπλα την Κροατία και τον Ισημερινό, συγκλόνισαν την Α. Αν και το σύνταγμα απαγόρευε στον Μένεμ να θέσει υποψηφιότητα για την προεδρία για τρίτη φορά, το ανώτατο δικαστήριο αποφάσισε να προχωρήσει στη νομιμοποίηση της υποψηφιότητάς του απέναντι στον περονιστή Εντουάρντο Ντουάλντε και τον Φερνάντο Λα Ράια, ο οποίος κέρδισε με άνεση (48,5%) τις εκλογές. Οι σχέσεις με τη Μεγάλη Βρετανία αποκαταστάθηκαν το 1999 και μέσα στην ίδια χρονιά οι δύο χώρες πραγματοποίησαν από κοινού στρατιωτικές ασκήσεις στα νησιά Φόκλαντ. Τον Δεκέμβριο του 2000, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ανακοίνωσε την παροχή βοήθειας στην Α., ύψους 40 τρισεκατομμυρίων δολαρίων ΗΠΑ, για να αντιμετωπιστεί η οικονομική κρίση. Τα έκτακτα οικονομικά μέτρα προκάλεσαν λαϊκές αντιδράσεις και άρχισαν γενικές απεργίες. Οι περονιστές βρήκαν την ευκαιρία και απέκτησαν τον έλεγχο των δύο κοινοβουλίων. Η Α. αδυνατούσε να ανταποκριθεί στο δάνειο του ΔΝΤ και το ΔΝΤ αρνήθηκε την παροχή του. Έτσι, η κυβέρνηση προχώρησε στο πάγωμα των τραπεζικών λογαριασμών όλων των καταθετών, μιας και η χώρα βρέθηκε σε πλήρη οικονομική κατάρρευση. Η λαϊκή αντίδραση ήταν πλέον καθολική και η σύγκρουση αναπόφευκτη· τουλάχιστον 27 διαδηλωτές σκοτώθηκαν στις ταραχές του Οκτωβρίου του 2001. Ο Λα Ράια παραιτήθηκε στο τέλος του χρόνου. Ακολούθησε μια εναλλαγή κυβερνήσεων, με πρώτο πρόεδρο τον Αντόλφο Ροντρίγκες Σάα, ο οποίος έμεινε στο προεδρικό μέγαρο μόνο για μία εβδομάδα. Αντικαταστάθηκε από τον Εντουάρντο Ντουάλντε, ο οποίος δήλωσε και επίσημα την αδυναμία της χώρας να ανταποκριθεί στο εξωτερικό της χρέος. Ο Ντουάλντε έλαβε μια σειρά από μέτρα, όπως την ισοτιμία πέσο και δολαρίου, μέτρο που δεν ευδοκίμησε, καθώς και την αναστολή της λειτουργίας των τραπεζών. Το πέσο τελικά έχασε τη μάχη με το εξωτερικό χρέος και υποτιμήθηκε κατά 30%. Η οικονομική κρίση, που προβλέπεται διαρκής, έχει επηρεάσει όλους τους τομείς της ζωής στην Α.Οι πυρήνες του ισπανικού αποικισμού στη χώρα που ονομάστηκε, την εποχή της ανεξαρτησίας, Δημοκρατία της Α., υπήρξαν τρεις, όλοι στον βορρά: η πεδιάδα της Τουκουμάν, σήμερα βολιβιανή, η περιοχή της Κούγιο ή υπερανδικής Χιλής, που εξαρτιόταν από τη γενική καπιτανία της Χιλής, και η περιοχή του Ρίο ντε λα Πλάτα. Από πολιτιστική πλευρά σπουδαιότερη υπήρξε η πρώτη. Εκμεταλλευόμενοι τη σχετικά πιο ήρεμη κατάσταση, έφτασαν σύντομα στην Τουκουμάν (που ιδρύθηκε το 1565) και στις άλλες μικρές πόλεις της περιοχής ιερωμένοι που δημιούργησαν κολέγια και σχολεία. Στην αρχική αυτή περίοδο της αποικιοκρατίας οι συγγραφείς με κάποια οντότητα ήταν οι χρονικογράφοι και οι ταξιδιώτες, οι αφηγήσεις των οποίων είναι οι καλύτερες μαρτυρίες για τη θαρραλέα, αν και συχνά αμείλικτη, δράση των σκαπανέων, για τις συγκρούσεις με τους ιθαγενείς και για τις πρώτες πολιτικές κατακτήσεις. Ανάμεσα στις μαρτυρίες αυτές ξεχωρίζουν τα Comentarios του Πέδρο Ερνάντες (1554), που αφηγούνται την άτυχη εκστρατεία του Άλβαρ Νούνιες Καμπέσα δε Βάκα. Αργότερα δημιουργήθηκε και ένα ποίημα, πιο ενδιαφέρον για τον τίτλο του παρά για την ποιητική του αξία, που είναι ασήμαντη: το Αrgentina, του Μαρτίν ντελ Μπάρκο Σεντενέρα (1544-1605;). Μοναδικό ενδιαφέρον σημείο αποτελούν οι μυθικές αφηγήσεις που παρεμβάλλονται στον ιστορικό ιστό. Άλλες μαρτυρίες από πρώτο χέρι υπάρχουν στην Descripcion y poblacion de las Ιndias του ιερέα Ρεχινάλντο δε Λισάραγκα (1539;-1609) και στην Αrgentina manuscrita του μιγάδα Ρούι Ντίας δε Γκουσμάν (1554;-1629). Στο σύνολό της, ωστόσο, η λογοτεχνία της Α. των χρόνων της αποικιοκρατίας είναι πολύ πιο φτωχή από τη λογοτεχνία του Μεξικού, του Περού και της Κούβας. Μονάχα στην ιησουίτικη Κόρδοβα εμφανίστηκε, τον 17ο αι., ένας αξιόλογος ποιητής ο Λουίς δε Τεχέδα (1604-1680), που έδωσε τον καλύτερο εαυτό του στο Ταξίδι στη Βαβυλωνία. Από την αναγέννηση του 18ου αι. στη λογοτεχνία της ανεξαρτησίας. Η ρωμαλέα ανάπτυξη που άρχισε από τη φωτισμένη διακυβέρνηση του Καρόλου Γ’ συγκεκριμενοποιήθηκε στη δημιουργία της αντιβασιλείας του Ρίο ντε λα Πλάτα (1776) και στη δράση των πρώτων αντιβασιλιάδων, του Ισπανού Πέδρο δε Σεβάλιος –που με την ανακήρυξη της ελευθερίας του εμπορίου ευνόησε πάρα πολύ την οικονομική ανάπτυξη της αποικίας– και του Μεξικανού Χουάν Χοσέ δε Βέρτις, που μεταξύ 1778 και 1784 άρχισε τη μετατροπή του Μπουένος Άιρες από μικρό χωριό σε πρωτεύουσα. Έτσι, ενώ δινόταν πιο σύγχρονη γραμμή στις σπουδές του πανεπιστημίου της Κόρδοβα, ιδρύονταν στο Μπουένος Άιρες το πρώτο τυπογραφείο, το πρώτο θέατρο, η πρώτη πατριωτική λογοτεχνική εταιρεία και το πρώτο περιοδικό. Χαρακτηριστικός ποιητής της περιόδου εκείνης υπήρξε ο Χοσέ Μανουέλ δε Λαβαρντέν (1754-1809), γαλλικής καταγωγής. Η αγγλική εισβολή του 1806 δημιούργησε μια σχετικά εκτεταμένη λογοτεχνία, στην οποία συνέβαλαν, ανάμεσα στους άλλους, ο Πρέγκο δε Ολιβέρ, ο ιερέας Πανταλεόν Ριβαρόλα και ο Βισέντε Λόπες ι Πλάνες (1787-1856). Προετοιμασμένη ιδεολογικά από μερικές δεκαετίες, η αργεντινή επανάσταση του Μαΐου του 1810 σήμανε την έναρξη μιας επιβλητικής λογοτεχνικής παραγωγής, αξιοσημείωτης –αν μη τι άλλο– για τις καλές προθέσεις και τον φλογερό πατριωτισμό της. Στη λογοτεχνία αυτή συνέβαλαν καλλιεργημένοι νεοκλασικοί συγγραφείς, όπως ο Βισέντε Λόπες, ο Εστεμπάν δε Λούκα, ο Μπερνάρντο δε Βέρα, ο ανήσυχος ιερέας Καγετάνο Ροντρίγκες, αλλά και ανώνυμοι λαϊκοί βάρδοι, που μαρτυρούν τον μεγάλο ενθουσιασμό του πληθυσμού του Μπουένος Άιρες –η απόλυτη επικράτηση της πρωτεύουσας στην υπόλοιπη χώρα είναι φανερή από τις πρώτες κιόλας στιγμές της ελευθερίας– απέναντι στη σπουδαία ιστορική στροφή. Σε εκείνη τη σύντομη στιγμή, παράλληλα με σημαντικούς πολιτικούς άντρες, εμφανίστηκαν μερικοί ποιητές· αξίζει να αναφερθούν ο Χουάν Λαφινούρ (1797-1824) και ο Χουάν Κρους Βαρέλα (1794-1839), ο μοναδικός Αργεντινός ποιητής που μπορεί να πλησιάσει τους μεγαλύτερους Ισπανοαμερικανούς νεοκλασικούς (Μπέλιο, Ολμέδο). Γεγονός πολύ ενδιαφέρον είναι επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, η λαϊκή συμμετοχή στη λογοτεχνία της ανεξαρτησίας. Εμφανίζεται για πρώτη φορά στη λογοτεχνία ένα πρόσωπο που υπήρχε από καιρό στην πραγματικότητα: ο γκάουτσο. Απόγονος συγχρόνως του νομάδα αυτόχθονα των λειμώνων και του Ισπανού τυχοδιώκτη, ο γκάουτσο ήταν ο καβαλάρης της απέραντης Πάμπας, μαθημένος να ζει στη μοναξιά και να αποδίδει δικαιοσύνη μόνος του, ελεύθερος και ανεξάρτητος, συχνά ζωοκλέφτης, δολοφόνος και παράνομος, αλλά επίσης ευγενικός και γενναιόδωρος με τον τρόπο του, ποιητής και κιθαρίστας, αν και αναλφάβητος, με πλούσια φαντασία, έτοιμος να πιστέψει δεισιδαιμονίες, θρύλους και μαγείες. Ο ρομαντισμός, όπως αναμενόταν, τον έκανε ποιητικό και λογοτεχνικό πρόσωπο, αν και πριν από την επανάσταση του Μαΐου τον είχε κάνει πατριώτη και ένας ημιλαϊκός ποιητής, ο Μπαρτολομέ Ιντάλγκο (1788-1822), που τον παρουσίασε στις ανθολογίες με τα σιελίτος του (οκτασύλλαβα τετράστιχα, ισπανολαϊκής παράδοσης) και τους έμμετρους Διαλόγους του. Η περίοδος του ρομαντισμού και η ευρωπαϊκή επίδραση. Ο ρομαντισμός εισήχθη από την Ευρώπη χάρη στον Εστεμπάν Ετσεβερία. Οι νέοι συγκεντρώθηκαν γύρω του, στην Jονen Αrgentina ή Αsociacion de Μayo (1838), που ίδρυσε στο Μπουένος Άιρες και διαδόθηκε σε όλη τη χώρα. Στη γενιά του Ετσεβερία, και ιδιαίτερα στη Jοven Αrgentina του, ανήκουν και άλλοι σπουδαίοι ρομαντικοί φιλελεύθεροι συγγραφείς: ο Χουάν Μπαουτίστα Αλμπέρντι (1810-1884), λαμπρός δημοσιογράφος και δοκιμιογράφος, ο Χουάν Μαρία Γκουτιέρες (1809-1878), κριτικός και λογοτέχνης, ο Βισέντε Φιντέλ Λόπες (1815-1903), αξιόλογος μελετητής της ιστορίας και λιγότερο προικισμένος μυθιστοριογράφος, και ο Μπαρτολομέ Μίτρε (1821-1906), στρατιώτης και λογοτέχνης, ιστορικός και δημοσιογράφος. Αλλά οι πιο αντιπροσωπευτικοί ρομαντικοί συγγραφείς και υποδειγματικοί πατριώτες της λαμπρής εκείνης γενιάς υπήρξαν δύο: ο Χοσέ Μάρμολ (1818-1871) και ο Ντομίνγκο Φαουστίνο Σαρμιέντο (1811-1888). Το πολύμορφο έργο του Μάρμολ –στίχοι, μυθιστορήματα, διηγήματα– είναι επηρεασμένο από το αντίστοιχο έργο του λόρδου Βύρωνα, του Λαμαρτίνου, του Εσπρονθέδα και του Θορίλια, αλλά έχει και ρωμαλέα πρωτοτυπία. Ανήσυχο πνεύμα υπήρξε επίσης ο Σαρμιέντο που ήταν, όπως και οι άλλοι, εχθρός της δικτατορίας και πολιτικός εξόριστος, ο οποίος έγραψε πολλά έργα, αλλά το αριστούργημά του παραμένει το Facundo o Civilizacion y barbarie (1845). Μετά τον πρωτόγονο Ιντάλγκο, η παράδοση των γκάουτσος κάνει ένα δεύτερο σπουδαίο βήμα χάρη στον Ιλάριο Ασκασούμπι (1807-1875). Λαμπρός δημοσιογράφος και επαναστάτης, ο Ασκασούμπι προτίμησε να συνθέτει σατιρικά ποιήματα στη γραφική γλώσσα των γκάουτσος. Επηρεασμένος από τον Ασκασούμπι ήταν ο Εστανίσλαο ντελ Κάμπο (1834-1880), γνωστός προπάντων για τα σατιρικά ποιήματά του και για το μικρό ποίημα Fausto, μια αστεία αφήγηση του περίφημου έργου του Γκέτε που γίνεται από έναν γκάουτσο (ο οποίος δεν αντιλαμβάνεται την υπόθεση και πιστεύει ότι έχει παρευρεθεί σε ένα πραγματικό γεγονός) σε έναν φίλο και κουμπάρο του. Στο δεύτερο μισό του 19ου αι., η Α. άρχισε να δέχεται μεγάλο αριθμό Ευρωπαίων μεταναστών και το Μπουένος Άιρες έγινε μητρόπολη, με ολοένα πιο έντονη πνευματική ζωή. Οι διανοούμενοι, και γενικά οι ανώτερες τάξεις της χώρας, είχαν εξευρωπαϊστεί, πάντοτε στο ρεύμα των τελευταίων νεωτερισμών του Παρισιού και του Λονδίνου. Ανάμεσά τους άρχισε μια συζήτηση σχετικά με την εθνική λογοτεχνία. Ο Χοσέ Ερνάντες (1834-1886) βρέθηκε στο κέντρο των συζητήσεων· ήταν ένας καλλιεργημένος άνθρωπος, αλλά αγαπούσε τις παραδόσεις που η πρόοδος αναπόφευκτα αλλοίωνε. Από την ψυχική αυτή κατάσταση γεννήθηκε το αριστούργημα της αργεντινής ποίησης του 19ου αι., το Μartin Fierro. Στη διαχωριστική γραμμή του ρομαντισμού που έσβηνε πια, και του ρεαλισμού που έμελλε να θριαμβεύσει στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αι., τοποθετούνται μερικοί ποιητές, όπως ο κομψός Κάρλος Γκίδο ι Σπάνο (1827-1918), ο ευγενικός και μετρημένος Ρικάρντο Γκουτιέρες (1836-1896) και ο επηρεασμένος από τον Ουγκό, Ολεγκάριο Αντράδε (1839-1882), που εξέφρασε τα αμερικανικά και ανθρώπινα ιδεώδη της ηλικίας του σε εμπνευσμένα ποιήματα. Ανάμεσα στους πεζογράφους, σημαντική θέση κατέχει ο Λούσιο Βικτόριο Μανσίλια (1831-1913), ένας στρατιωτικός με πάθος για τη λογοτεχνία, που έγραψε διάφορα έργα, αλλά κατόρθωσε να γίνει πειστικός μόνο με το Una excursion a los indios Ranqueles (1870). Το 1880, το Μπουένος Άιρες έγινε ομοσπονδία, με την οποία η χώρα απέκτησε την οριστική της δομή, ύστερα από πολλούς εμφύλιους πολέμους και ταραχές. Στη λογοτεχνία παρατηρήθηκε, συνεπώς, μια καθαρή επικράτηση της δοκιμιογραφίας, της δημοσιογραφίας και ακόμα της αφηγηματικής στην ποίηση. Οι ποιητές ήταν λίγοι και απομονωμένοι· πολλοί, αντίθετα, και σε ορισμένες περιπτώσεις σημαντικοί, υπήρξαν οι πεζογράφοι. Πρόκειται για συγγραφείς συνδεδεμένους γενικά με τη δημοσιογραφία, που βρίσκεται σε μεγάλη ακμή εκείνη την περίοδο: χρονικογράφοι, υπό την καλύτερη έννοια του όρου, και κριτικοί, όπως οι Σαντιάγο Εστράδα (1841-1891), Λούσιο Β. Λόπες (1848-1894), Μιγκέλ Κανέ (1851-1905) και μια ομάδα πεζογράφων, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ο Εουχένιο Καμπασέρες (1843-1888), ο πρώτος πραγματικός μυθιστοριογράφος της σύγχρονης Α. Σημαντική θέση κατέχει επίσης ο Ρομπέρτο Χ. Παϊρό (1867-1928), δημοσιογράφος με μεγάλη πείρα και διασκεδαστικός συγγραφέας περιπετειωδών έργων. Η μοντερνιστική ποιητική ανανέωση και ο μεταμοντερνισμός. Ο μοντερνισμός εισήχθη στο Μπουένος Άιρες από τον Ρουμπέν Νταρίο (1867-1916), που εξέδωσε στην πρωτεύουσα της Α. δύο από τα μεγαλύτερα έργα του: Los raros (1893) και Ρrosas profanas (1896). Μια ομάδα νέων συγκεντρώθηκε αμέσως γύρω από τον Νικαραγουανό ποιητή. Ανάμεσά τους ξεχώρισε ένας που τέθηκε επικεφαλής της σχολής: ο Λεοπόλντο Λουγκόνες (1874-1938), το ποιητικό και πεζό έργο του οποίου παραμένει, ακόμα και σήμερα, πλούσιο, ποικίλο και χαρακτηριστικό. Μετά από αυτόν οι γενιές και οι ομάδες διαδέχονται η μία την άλλη και αφθονούν οι μεγάλες προσωπικότητες. Η αρχική αυτή ομάδα μοντερνιστών διαλύθηκε σχετικά σύντομα· ωστόσο, εδραιώθηκαν συγγραφείς που φαινομενικά μεν βρίσκονταν μακριά από τον μοντερνισμό, υπό τη στενή του έννοια, ενσάρκωναν όμως καλύτερα το πνεύμα του. Αυτή είναι η περίπτωση ποιητών όπως οι Εβαρίστο Καριέγκο (1883-1912) και Μιγκέλ Καμίνο (1877-1949). Πιο κοντά σε ένα είδος νεορομαντισμού ήταν ο Ερνέστο Μάριο Μπαρέδα (1883-1958) και ο Ρικάρντο Ρόχας (1882-1957). Οι πιο αντιπροσωπευτικοί πεζογράφοι του πρώτου αυτού μοντερνιστικού πυρήνα υπήρξαν δύο: ο Ενρίκε Λαρέτα (1875-1967) και ο Μασεντόνιο Φερνάντες (1874-1952). Και οι δύο εξέδωσαν ποιήματα, αλλά τα πεζογραφήματά τους είναι πολύ ανώτερα. Ο Λαρέτα υπήρξε αριστοκρατικός πεζογράφος, πολύ προσκολλημένος στη μητέρα Ισπανία. Η περίπτωση του Μασεντόνιο Φερνάντες είναι περίεργη, καθώς έγραψε λίγα έργα και σε μεγάλη ηλικία και παρέμεινε άγνωστος στη γενιά του, για να ανακαλυφθεί και να αγαπηθεί ως σουρεαλιστής και πρωτοπόρος από την επόμενη γενιά. Συγγραφέας με τάση προς το παράδοξο, ο Φερνάντες στόλισε με λεπτό χιούμορ τις φιλοσοφικές σκέψεις του. Βαθιά ήταν η επίδραση του μοντερνισμού στην ποίηση και στην πεζογραφία της Α., τουλάχιστον μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο. Στη συνέχεια, και ίσως και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, επικράτησε η πρωτοποριακή αισθητική, αφού οι συγγραφείς των πιο πρόσφατων γενεών (1960 και εξής), επαναστάτες και αναρχικοί στα μάτια της προηγούμενης γενιάς, είναι ουσιαστικά παιδιά της μεταπολεμικής πρωτοπορίας. Στη μεγάλη αυτή μάζα συγγραφέων, μπορούν να διακριθούν, σε γενικές γραμμές, τρεις ομάδες: οι μεταμοντερνιστές, οι καθαροί πρωτοποριακοί και οι μεταπρωτοποριακοί. Πολυάριθμοι και αξιόλογοι είναι οι μεταμοντερνιστές ποιητές. Αναφέρουμε μονάχα τους κυριότερους: Ενρίκε Μπαντς (1888-1968), Μπαλντομέρο Φερνάντες Μορένο (1886-1950), Λουίς Κανέ (1897-1957), Αρτούρο Καπντεβίλα, Αρτούρο Μαράσο και Ραφαέλ Αλμπέρτο Αριέτα. Λιγότεροι από τους ποιητές ήταν οι πεζογράφοι, ίσως εξαιτίας της δυσπιστίας των μοντερνιστών προς τον ρεαλισμό. Δεν έλειψαν, ωστόσο, πεζογράφοι με σπουδαία προσωπικότητα, όπως ο Μανουέλ Γκάλβες (1882-1962), ο Μπενίτο Λιντς (1880-1951), αξιόλογος αφηγητής δραμάτων και αγροτικών εθίμων, ο Αλμπέρτο Χερτσούνοφ (1884-1950), προικισμένος με ποιητική και σατιρική φλέβα, ο Ελίας Καστελνουόβο και διάφοροι άλλοι. Ανάμεσά τους, αυτός που απέκτησε διεθνή φήμη ήταν ο Ρικάρντο Γκιράλντες (1886-1927), στο έργο του οποίου ξεχωρίζει ένα μοναδικό αλλά γνήσιο αριστούργημα: το Don Segundo Sombra (1926), τελευταίο σημαντικό δείγμα της παλιάς λογοτεχνικής παράδοσης, εμπνευσμένο από τους γκάουτσος και τη σκληρή ζωή τους. Δεν υπάρχει ένας καθαρός διαχωρισμός ανάμεσα στους τελευταίους μοντερνιστές και τους πρώτους πρωτοποριακούς. Αναφέρθηκε ήδη η περίπτωση του Μασεντόνιο Φερνάντες, αλλά εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε επίσης τον Εβάρ Μέντες (1888-1955), που, εξαιτίας της χρονολογίας της γέννησής του και των τεσσάρων ποιητικών βιβλίων του, ανήκε χωρίς αμφιβολία στην ομάδα των μοντερνιστών, αλλά διηύθυνε ύστερα από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο την επιθεώρηση της νεανικής πρωτοπορίας Μαρτίν Φιέρο (η σπουδαιότητα της οποίας μπορεί να συγκριθεί με εκείνη που είχε για την προηγούμενη γενιά το περιοδικό Νostros, υπό τη διεύθυνση του Ρ.Φ. Χιούστι). Και ο ποιητής και πεζογράφος Ολιβέριο Χιρόντο (1891-1967), ένας από τους πιο ανήσυχους σουρεαλιστές του πρώτου πρωτοποριακού πυρήνα, ήταν σχεδόν 30 ετών όταν έγραψε το πρώτο βιβλίο του με αντικομφορμιστικούς στίχους: Είκοσι ποιήματα για διάβασμα στο τραμ (Veinte poemas para ser liidos en le tranvίa, 1922). Στη συνέχεια έκαναν την εμφάνισή τους πολυάριθμοι συγγραφείς, αλλά πιο αληθινός και ολοκληρωμένος ήταν ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες, ποιητής, μυθιστοριογράφος και δοκιμιογράφος από τους πιο πρωτότυπους της παγκόσμιας λογοτεχνίας του 20ού αι. Ο Μπόρχες γεννήθηκε στο Μπουένος Άιρες το 1899 και σπούδασε στην Ευρώπη. Καλλιέργησε με υποδειγματική ακαμψία τρία είδη: το δοκίμιο, την ποίηση και το μυθιστόρημα. Σημαντικά έργα του είναι τα Ποιήματα (1943), το Βιβλίο του ουρανού και της κόλασης (1960), το Χρυσάφι των τίγρεων (1975). Από τους πιο αναγνωρισμένους αργεντινούς συγγραφείς στην Ευρώπη, ο Μπόρχες πέθανε το 1986. Γύρω και έπειτα από αυτόν, πολυάριθμοι συγγραφείς συμμετέχουν στην ανανέωση, όπως ο Ρικάρντο Μολινάρι, αξιόλογος ποιητής, ο Εντουάρντο Γκονσάλες Λανούσα, ο Φρανσίσκο Λουίς Μπερνάρντες, συγγραφέας μεγάλου ποιητικού έργου με θρησκευτικό περιεχόμενο, ο Λεοπόλντο Μαρετσάλ, ο Κάρλος Μαστρονάρντι, ο Ρομπέρτο Λεδέσμα, ο Χοσέ Πεντρόνι, ο Αμάδο Βιλιάρ, ο Βισέντε Μπαρμπιέρι και ο Λουίς Λ. Φράνκο. Μετά τους πειραματισμούς των πρωτοποριακών, εμφανίστηκε ένας ρεαλισμός, έστω και αν βρισκόταν σε πιο υψηλό επίπεδο επεξεργασίας της μορφής. Στην τροχιά αυτή, ο πιο πρωτότυπος μυθιστοριογράφος είναι ο Εντουάρντο Μαλιέα (1903-1982) που, αρχίζοντας με τα Διηγήματα για μια απελπισμένη Αγγλίδα (Cuentos pαra una inglesa desesperada, 1926), εξέφρασε μια υπαρξιακή αγωνία ολοένα πιο βαθιά στα μετέπειτα μυθιστορήματα, στα οποία ερευνά τις ψυχώσεις του σύγχρονου ανθρώπου. Εξέχουσες προσωπικότητες είναι επίσης η Σιλβίνα Οκάμπο, ποιήτρια και μυθιστοριογράφος, ο Ερνέστο Σάμπατο, που πέρασε από την επιστήμη στο δοκίμιο και στο μυθιστόρημα στα οποία έδειξε μεγάλη πρωτοτυπία, ο Μανουέλ Μούχικα Λάινες, ο Αντόλφο Μπιόι Κασάρες, συνεργάτης του Μπόρχες σε διάφορα αστυνομικά μυθιστορήματα και έξοχος επινοητής μυθικών κόσμων και μαγικών ουτοπιών. Οι μεταπρωτοποριακοί και οι σημερινές τάσεις. Ακόμα και μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο η αργεντινή λογοτεχνία εξακολούθησε και εξακολουθεί να είναι σημαντική. Οι ποιητές αποτελούν συχνά ομάδες (συνήθως γύρω από ένα περιοδικό), που διαλύονται όμως σύντομα· και ο ρυθμός της λογοτεχνικής ζωής έχει γίνει πιο γρήγορος και αγωνιώδης. Αρκετά συχνή είναι επίσης η περίπτωση νεαρών συγγραφέων που, ύστερα από μια θαυμάσια αρχή, εγκατέλειψαν τη λογοτεχνία ή και την ίδια τη χώρα, ίσως για να γράψουν σε κάποια άλλη γλώσσα. Ανάμεσα στους ποιητές της δεκαετίας του ’40 ξεχώρισαν ιδιαίτερα οι Αλμπέρτο Χίρι, Λεόν Μπεναρός, Ντανιέλ Ντεβότο, Χουάν Ροδόλφο Ουίλκοκ και Σέσαρ Φερνάντες Μορένο. Και η πεζογραφία όμως παρουσίασε καλά δείγματα, ενώ δύο συγγραφείς απέκτησαν διεθνή φήμη: ο Χούλιο Κορτάσαρ (1914-1984) και ο Α. Μουρένα ο τελευταίος είναι γνωστός και ως διεισδυτικός δοκιμιογράφος. Οι πεζογράφοι και οι ποιητές έδειξαν μια αξιοσημείωτη ικανότητα σε όλες τις σύγχρονες εκφραστικές μορφές, μαζί με μια πλήρη συγχώνευση ανάμεσα στις τυπικές μορφές της λογοτεχνικής παράδοσης και στις ανανεωτικές τάσεις των πρωτοποριακών. Στην ποίηση της τελευταίας περιόδου θα πρέπει να επισημάνουμε ότι η γλώσσα, έστω και στην ποικιλία της, δείχνει μια λυρική αντιρομαντική ψυχρότητα και μια αναδρομή στους διαλογικούς τύπους. Αυτό είναι φανερό στα έργα της Αλεχάντρα Πισάρνικ, της Ντολόρες δε Ντουρανιόνα ι Βέδια, του Χουάν Χέλμαν και του Οράσιο Σάλας. Ανάμεσα στους πολυάριθμους δοκιμιογράφους ξεχωρίζουν ο Εσεκίελ Μαρτίνες Εστράδα και ο Ε. Μουρένα. Στη συνέχεια, και ενώ η πεζογραφία δεν έπαψε να προσφέρει έργα υψηλού επιπέδου (όπως αυτά των Νέστορ Σάντες, Μανουέλ Πουίγκ, που είναι γνωστός και στην Ευρώπη για τα μυθιστορήματά του, Χοσέ Λουίς Σαέρ, Αμπελάρντο Καστίγιο, Χόρχε Ονέτι, Μίρκο Μπουκίν και πολλών άλλων), το δοκίμιο απηχεί τους περιορισμούς που έθετε η στρατιωτική δικτατορία στην ελεύθερη διακίνηση των ιδεών και στην ελεύθερη έκφραση. Στις αρχές της δεκαετίας του ’90, οι καταστροφικές συνέπειες της προηγούμενης εικοσαετίας διαφαίνονται με σαφήνεια και στην πολιτιστική ζωή. Οι μεγάλοι συγγραφείς, οι γέροντες της λογοτεχνίας έχουν πια χαθεί –συμπεριλαμβανομένου του Μπόρχες, ο οποίος, πριν πεθάνει, επέλεξε την αυτοεξορία στην Ελβετία– και μαζί με αυτούς πολλοί από τους πρωταγωνιστές των νεότερων γενεών. Άλλοι, που ανήκουν στην λεγόμενη ενδιάμεση γενιά, δεν επέστρεψαν στην Α. από τον τόπο εξορίας τους, στην Ευρώπη ή τις ΗΠΑ. Τέλος, λίγοι από τους παλαιούς και καταξιωμένους συγγραφείς επέστρεψαν: ο Ερνέστο Σάμπατο, βυθισμένος σε μια παθητική σιωπή (η εισαγωγή του στο Νunca ma’s, συνταρακτικό πόρισμα της επιτροπής έρευνας για τα εγκλήματα της δικτατορίας, δεν είναι λογοτεχνία, αλλά αιματηρή ιστορία), οι μεγάλοι ποιητές Ε. Μολίνα, Αλμπέρτο Τζίρι και Όλγκα Ορόζκο και ο διηγηματογράφος Μπιόι Κασάρες, που επέδειξε μάλιστα μια εντυπωσιακή ζωτικότητα. Από την ενδιάμεση γενιά, συμμετέχουν ενεργά στην πολιτιστική ζωή της χώρας ποιητές με έντονη προσωπικότητα (Ρομπέρτο Χουαρόζ, Χουάν Τζέλμαν και Φρανσίσκο Μανταριάγκα), καθώς και σημαντικοί πεζογράφοι στην Α. ή στο εξωτερικό (Οράσιο Βάσκες Ριάλ, Χουάν Σαέρ, Γιόργκε Αντράντε, Οσβάλντο Σοριάνο), αξιόλογοι κριτικοί και δοκιμιογράφοι (Ενρίκε Πετσόνι, Μασούχ, Ραμπανάλ κ.ά.) και δραματουργοί (Ο. Ντραγκούν). Αυτή η προικισμένη αλλά τόσο άτυχη γενιά (καθώς υπέστη τις περισσότερες διώξεις από τη δικτατορία) είναι σήμερα δικαιολογημένα πικραμένη· ένας από τους εκπροσώπους της, ο Σοριάνο, είπε ότι «η μόνη ζωντανή Α. είναι εκείνη που ζει στη μνήμη μας». Ανθολογίες που κυκλοφόρησαν πρόσφατα δείχνουν ότι δεν λείπουν και οι νεότεροι ποιητές, αν και κανείς τους δεν φαίνεται προς το παρόν να διαθέτει ένα πραγματικά εξαιρετικό ταλέντο. Οι τάσεις που ακολουθούν είναι διαφορετικές και ποικίλλουν από την πολιτική στράτευση (υπάρχει μια αρκετά μεγάλη ομάδα που αποτελείται από φεμινίστριες ποιήτριες) μέχρι τη νεομπαρόκ ελαφρότητα, ενώ οι εξωτερικές επιδράσεις, έτσι όπως εμφανίζονται διάσπαρτες και ασύνδετες, συνιστούν προσωπικούς τρόπους απάντησης σε μια κοινή επιθυμία εκσυγχρονισμού. Εμφανίζονται νέοι συγγραφείς, όπως οι Νέστορ Περλόνγκερ, Ντανιέλ Φρτέντεμπεργκ, Γιόργκε Αουλιτσίνο, Μάρτιν Πριέτο, Ντανιέλ Γκαρσία Χέλντερ, Ρικάρντο Χερέρα, Εμετέριο Τσέρο, οι περισσότεροι από τους οποίους καλλιεργούν και άλλα λογοτεχνικά είδη όπως η κριτική, το δοκίμιο και το διήγημα. Παρά τις αντίξοες συνθήκες, η λογοτεχνική ζωή ομαλοποιείται· εκδίδονται πολλά έργα, μεταξύ των οποίων και ποιητικές επιθεωρήσεις, ενώ μεταφράζονται πολλά έργα ξένων συγγραφέων, ανανεώνοντας έτσι την παράδοση, σύμφωνα με την οποία το Μπουένος Άιρες είναι η πύλη εισόδου της ξένης λογοτεχνίας στη λατινοαμερικάνικη κουλτούρα.Η αποικιακή περίοδος. Η βορειοδυτική περιοχή της Α. παρουσιάζει κάποιο ενδιαφέρον από καλλιτεχνική άποψη σε αποικιακή εποχή. Κατοικημένη άλλοτε από τους αυτόχθονες Διαγίτους, είναι μια ιδιαίτερα άγονη γη, πολύ φτωχή σε βλάστηση, όπου οι αρχαιολογικές έρευνες έδωσαν ενδιαφέροντα στοιχεία. Τα ισπανικά χρονικά αφηγούνται ότι η ανδική κοιλάδα Καλτσακί, στα ανατολικά της Πούνα δε Ατακάμα, άντεξε στην πρώτη επίθεση των λευκών, χάρη σε μικρά οχυρά σε υπερυψωμένες ζώνες, από τα οποία επίλεκτοι τοξότες εμπόδιζαν την είσοδο στα χωριά. Αντίθετα με το Μεξικό, το Περού και τις Αντίλλες, η Α. εξερευνήθηκε λιγότερο και αποικίστηκε πολύ αργότερα. Τον 17ο αι. η αποίκιση είναι αργή και κοπιαστική και μόνο τον επόμενο αιώνα κατασκευάζονται κτίρια που αξίζει να προσέξει κανείς. Το Μπουένος Άιρες δεν διατηρεί τίποτα σχετικό με τους δύο πρώτους αιώνες της αποίκισης· το πιο παλαιό οικοδόμημα, ο ναός του Αγίου Ιγνατίου δηλαδή, χρονολογείται από το 1712 και ακολουθεί γενικά το σχέδιο του ναού του Ιησού της Ρώμης· η πρόσοψη, λίγο τροποποιημένη από την αποκατάσταση του 1900, έχει κάποια βαυαρική επίδραση στους υψηλούς πύργους, οι οποίοι στηρίζουν την πύλη. Έργα του ιησουίτη Αντρές Μπλάνκι είναι διάφοροι ναοί του Μπουένος Άιρες, όπως εκείνοι της Πιλάρ, της Μέρσεντ, του Αγίου Φραγκίσκου, καθώς και το μοναστήρι και ο ναός της Σάντα Καταλίνα. Ο ναός του Αγίου Δομίνικου, του Αντόνιο Μασέλια, που αποπερατώθηκε το 1783, είναι ένα από τα τελευταία θρησκευτικά οικοδομήματα που χτίστηκαν υπό την ισπανική κυριαρχία. Ο σημερινός καθεδρικός ναός του Μπουένος Άιρες είναι ο έκτος στη σειρά που χτίστηκε στην ίδια τοποθεσία· για τον σκοπό αυτό το σχέδιο, και αυτό του Αντόνιο Μασέλια, αρκετά μεγαλόπρεπο ως σύλληψη, διαθέτει τρία κλίτη με πλευρικά παρεκκλήσια και σταυροειδή υποστυλώματα· η πρόσοψη και τα καμπαναριά είναι νεοκλασικού ρυθμού. Το μοναδικό μη θρησκευτικό κτίριο αποικιακής εποχής που διατηρήθηκε μέχρι σήμερα είναι το μέγαρο του Καμπίλντο, που θεμελιώθηκε το 1608, ανοικοδομήθηκε επανειλημμένα και παρουσιάζει σήμερα ως πρωτότυπο μονάχα το κεντρικό τμήμα με τον πύργο, περιορισμένο σε ύψος και καλυμμένο με αζουλέχος. Και η ζώνη της Πάμπας που περιβάλλει το Μπουένος Άιρες, ακατοίκητη έως τα μέσα του 19ου αι., δεν προσφέρει σχεδόν τίποτα σημαντικό· το έδαφος, με εξαίρεση μερικά οχυρά προς τον νότο που είχαν κατασκευαστεί για να σταματούν τις επιδρομές των Ινδιάνων στους αγρούς και στα χωριά, παρουσιάζει ελάχιστα οικοδομήματα, και αυτά χωρίς καλλιτεχνική αξία. Τυπικά χαρακτηριστικά παρουσιάζει αντίθετα η παράκτια αρχιτεκτονική, με τη διαδεδομένη χρήση του ξύλου, όπως μπορεί να δει κανείς στη Σάντα Φε, παρότι η πόλη δεν έχει διατηρήσει κτίρια ιδιαίτερου ενδιαφέροντος. Στην κεντρική ζώνη της χώρας, αντίθετα, συνυπάρχουν διάφορα στιλιστικά ρεύματα, παράγοντας ίσως τα καλύτερα έργα. Η Κόρδοβα, πράγματι, υπήρξε κέντρο μάλλον σημαντικό, καθώς βρισκόταν στη ζώνη συμβολής των καραβανιών που κατευθύνονταν προς τις βόρειες περιοχές του Περού ή που κατέβαιναν τον Ρίο ντε λα Πλάτα. Εκεί, όπως και αλλού στη Νότια Αμερική, οι ιησουίτες υπήρξαν πρωτεργάτες της πολιτιστικής διαμόρφωσης της χώρας, που τον 18ο αι. γνώρισε περίοδο μεγάλης ανάπτυξης. Στα οικοδομήματα γίνεται ευρεία χρήση του τούβλου μαζί με πέτρα, πράγμα που ζωηρεύει τις μπαρόκ αλλά κλασικά λιτές μορφές· οι ναοί έχουν μόνο ένα κλίτος με εγκάρσιο διάδρομο και τρούλο αξιοσημείωτων διαστάσεων που έμελλε να αποτελέσει ένα τυπικό και σπουδαίο στοιχείο της αργεντινής αποικιακής αρχιτεκτονικής. Ο καθεδρικός ναός, που θεμελιώθηκε το 1574, κατασκευάστηκε σε διάφορες περιόδους κατά το πρώτο μισό του 18ου αι. με την επέμβαση διαφόρων αρχιτεκτόνων, ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζει ο Αντρές Μπλάνκι, που αφήνει τη σφραγίδα του στην πύλη με τρεις αψίδες που χωρίζονται από δίδυμα υποστυλώματα, με κόγχες στα πλευρά της κεντρικής. Ο τρούλος έχει εξωτερικά ανάγλυφες νευρώσεις, με περιελίξεις μπαρόκ· ολόγυρα, υπάρχουν τέσσερις οκτάγωνοι πύργοι που περιέχουν τις σκάλες, οι οποίες οδηγούν στην κορυφή. Το εσωτερικό, συγκεχυμένο από δομική άποψη, παρουσιάζεται με μια διακόσμηση σύγχρονης τεχνοτροπίας. Και ο ναός της Κομπανίας του Ιησού έχει έναν ενδιαφέροντα τρούλο από ξύλο κέδρου, καλυμμένο με πυκνές νευρώσεις· το σχέδιο είναι λατινικού σταυρού με δύο μεγάλα παρεκκλήσια που κρασπεδώνουν το μοναδικό κλίτος. Η πρόσοψη, ατελείωτη, από κοκκινωπή πέτρα, παρουσιάζεται αρκετά φτωχή και λιτή. Η δραστηριότητα των ιησουίτών επεκτάθηκε και στα περίχωρα της Κόρδοβα, όπου διέθεταν μεγάλες εκτάσεις γης οργανωμένες στο πρότυπο των ιεραποστολών, με σκοπό να βρεθούν κεφάλαια για τα σχολεία της Κόρδοβα. Η αρχιτεκτονική του ακραίου βορρά της Α. παρουσιάζει μερικά ιδιαίτερα χαρακτηριστικά, χωρίς όμως να φτάνει τη σπουδαιότητα της αρχιτεκτονικής της Κόρδοβα. Η αντόμπε (πλίθα) και το τούβλο χρησιμοποιούνται σχεδόν αποκλειστικά τόσο στη Σάλτα όσο και στη Σαν Σαλβαδόρ δε Χουχούι που, από αρχιτεκτονική άποψη, αποτελούν τα κέντρα μεγαλύτερου ενδιαφέροντος. Στη Σάλτα, π.χ., τα οικοδομήματα έχουν τυπικά λαϊκό αποτύπωμα, που αγνοεί τις κλασικές δομές, τόσο της Κόρδοβα όσο και της περιοχής της Πάμπας. Αν ο καθεδρικός ναός της Σάλτα ανήκει ήδη στον 19ο αι., λίγα άλλα κτίρια παραμένουν σήμερα από την προηγούμενη εποχή: ο ναός του Αγίου Φραγκίσκου (1759), ο πύργος και η πρόσοψη του οποίου έχουν ξαναφτιαχτεί, και το μοναστήρι του Αγίου Βερνάρδου. Σε όλα αυτά συνοψίζεται στην πράξη η πιο ενδιαφέρουσα περίοδος για την Α., από καλλιτεχνική άποψη. Η σύγχρονη τέχνη. Η μετέπειτα ανάπτυξη της αρχιτεκτονικής αντανακλά τις εκλεκτικές τάσεις που είναι κοινές στην ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική του 19ου αι., με μια ιδιαίτερη αναφορά στη γαλλική καλαισθησία της Δεύτερης αυτοκρατορίας, προπάντων σε ό,τι αφορά το Μπουένος Άιρες. Τον 20ό αι. η Ευρώπη είναι ακόμα εκείνη που επηρεάζει τους Αργεντινούς άμεσα. Η ολοένα μεγαλύτερη διεθνοποίηση της τέχνης έσβησε γρήγορα κάθε εθνική παράδοση, που μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο αποτελούσε την κοινή καλλιτεχνική βάση σε όλη τη χώρα. Έτσι, κάθε διεθνές καλλιτεχνικό κίνημα υιοθετήθηκε και από τους Αργεντινούς καλλιτέχνες. Στα τελευταία χρόνια αναδείχτηκαν, ως οπαδοί του κινήματος Νέες τάσεις, ο Λούις Τομασέλιο και η Μάρθα Μπότο, που και οι δύο ενδιαφέρονται για τις μορφές της αντίληψης που προέρχονται από τα οπτικά φαινόμενα. Ο κριτικός Χόρχε Γκλούσμπεργκ ήταν ο θεωρητικός της λεγόμενης arte de sistemas, μιας μορφής εννοιολογικής τέχνης που σκοπό είχε την πραγματοποίηση των επικοινωνιών μεταξύ των ατόμων, στην οποία επικρατούν κοινωνικοί και πολιτικοί σκοποί. Στο κίνημα αυτό συμμετείχαν οι Λουίς Μπενεδίτ, Αλμπέρτο Πελιεγκρίνο, Ρομέρο, Κλορίντο Τέστα, Όσκαρ Μαξέρα, Μαρσέλ Αλόκο και πολλοί άλλοι.Δεν υπάρχει κανένα ίχνος που να μαρτυρεί κάποια θεατρική δραστηριότητα στην Α. πριν από τα τέλη του 18ου αι., όταν –χάρη στον φωτισμένο αντιβασιλιά Βέρτις– άνοιξε στο Μπουένος Άιρες μια πρώτη και υποτυπώδης Casa de Comedias. Σε αυτήν έμελλε να ανεβούν μερικές ισπανικές μπαρόκ και νεοκλασικές κωμωδίες, ορισμένα μεταφρασμένα ευρωπαϊκά έργα και μόνο ένα έργο τοπικού συγγραφέα: η τραγωδία Siripo του Λαβαρντέν. Μετά την ανεξαρτησία, ο καλύτερος σκηνοθέτης Πουεϊρεδόν ίδρυσε την Εταιρεία του καλού θεάτρου (Sociedad del buen gusto del teatro, 1817), χάρη στην οποία παρουσιάστηκε μια τραγωδία πατριωτικής προπαγάνδας, που οφειλόταν σε έναν Χιλιανό μετανάστη: Καμίλα ή η πατριώτισσα της Νότιας Αμερικής, του ανήσυχου ιερέα Καμίλο Ενρίκες. Αλλά, παρά τον ενθουσιασμό της στιγμής, το έργο κρίθηκε φρικτό, όπως ήταν στην πραγματικότητα, και σε λίγο κατέβηκε και η εταιρεία διαλύθηκε. Μεγαλύτερη επιτυχία είχε μια μετέπειτα προσπάθεια, που έγινε από τη Λογοτεχνική Εταιρεία Ριβανταβία (Sociedad Literaria de Rivadavia). Κατά τη διάρκεια της μακρόχρονης δικτατορίας του Ρόσας, το θέατρο στην πράξη δεν υπήρχε. Υπάρχουν πληροφορίες για μερικές μεμονωμένες παραστάσεις μεταφρασμένων έργων (από τα γαλλικά) ή έργων ισπανικού ρεπερτορίου, καθώς και ελάχιστων εθνικών. Εκείνα τα χρόνια, όπως είναι γνωστό, σχεδόν όλοι οι Αργεντινοί διανοούμενοι ήταν εξόριστοι για πολιτικούς λόγους, στην Ουρουγουάη, στη Χιλή ή στο Περού, και συνέθεταν ακούραστα έργα σε στίχους και σε πεζό λόγο εναντίον του δικτάτορα. Ήταν όλοι ρομαντικοί, και συνεπώς αγαπούσαν το θέατρο, αλλά δεν ξεχώρισαν στο είδος αυτό. Το τοπικό θέατρο άρχισε να γεννιέται μόνο μετά την κατάρρευση του δικτάτορα και την αργή επαναφορά της δημοκρατικής ζωής· αλλά η αρχή ήταν πολύ δύσκολη. Ταυτόχρονα παρατηρήθηκε ένα πολύ σπουδαίο γεγονός, η γέννηση ενός νέου εκφραστικού είδους που είχε εισαχθεί από τα ξένα τσίρκα που έδιναν παραστάσεις στην Α., της παντομίμας. Η πρώτη παντομίμα, με αντικείμενο διάφορες περιπέτειες των γκάουτσος, παρουσιάστηκεε το 1884 και ήταν εμπνευσμένη από το μυθιστόρημα Χουάν Μορέιρα του Εντουάρντο Γκουτιέρες. Την ίδια εποχή, ο τεράστιος αριθμός Ευρωπαίων μεταναστών που έφταναν στην Α. ώθησε τους ιταλικούς, γαλλικούς και ισπανικούς θιάσους να επισκεφθούν το Μπουένος Άιρες –τουρνέ που γίνονται ακόμα και σήμερα– κάνοντας έτσι γνωστό το ευρωπαϊκό ρεπερτόριο του τέλους του 19ου αι. και ύστερα του 20ού. Ένας από τους πρώτους Αργεντινούς κωμωδιογράφους υπήρξε ο δημοσιογράφος και πολιτικός Νικολάς Γκρανάδα (1840-1925), συγγραφέας ιστορικών έργων για τον Ίνκα Αταουάλπα και τον δικτάτορα Ρόσας, καθώς και κωμωδιών για τα αγροτικά ήθη. Πιο προικισμένος από αυτόν υπήρξε ο Μαρτίν Κορονάδο (1850-1919), που άρχισε πολύ γρήγορα, υπό την επίδραση του Ισπανού Ετσεγκαράι, με το Λευκό τριαντάφυλλο (1877), ακολουθούμενος από άλλα εννέα εθνικά δράματα και κωμωδίες: έργα ρεαλιστικά στο βάθος, αλλά με όχι και τόσο καλή τεχνική. Ένα βήμα μπροστά για ένα πιο σύγχρονο θέατρο έγινε από τον Ρομπέρτο Παϊρό (1867-1928), χάρη προπάντων σε δύο ρωμαλέα έργα του για το πρόβλημα του γκάουτσο που βρίσκεται έξω από την πρόοδο και για την είσοδο του Ιταλού μετανάστη στον Νέο Κόσμο. Αλλά μια ακόμα πιο αποφασιστική συμβολή δόθηκε στο θέατρο της Α. από δύο συγγραφείς ουρουγουανικής καταγωγής: τον Φλορένσιο Σάντσες (1875-1910), που θεωρείται από την κριτική ως ο πρώτος Λατινοαμερικανός πρωτότυπος δραματουργός, και τον Ερνέστο Ερέρα (1896-1917). Στη συνέχεια ο δρόμος άνοιξε και έκαναν την εμφάνισή τους άλλες μεγάλες μορφές: ο Κ. Νταρτές και ο Κ. Νταμέλ, που έγραψαν μαζί πάνω από πενήντα επιτυχημένα έργα, αξιοσημείωτα για το χιούμορ τους και τη ζωηρότητα του διαλόγου· ο Σαμουέλ Εϊτσελμπάουμ, ρωσοεβραϊκής καταγωγής, που αγαπά τις περίπλοκες και οδυνηρές καταστάσεις, τις οποίες διανθίζει με πικρό χιούμορ· ο Ενρίκε Γκαρσία Βελιόσο, συγγραφέας 150 έργων κάθε είδους, από την γκαουτσική κωμωδία μέχρι την αστική και από το ιστορικό δράμα μέχρι την οπερέτα· ο Χούλιο Σάντσες Γκαρντέλ, συγγραφέας δραμάτων και κωμωδιών, μεγάλης επιτυχίας· και ο Πέδρο Πίκο, συγγραφέας περίπου 100 έργων, κυρίως κωμωδιών. Αποτέλεσμα όλων αυτών των προσπαθειών ήταν να πετύχει το αργεντινό θέατρο, ανάμεσα στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού, τη δημιουργία ενός σημαντικού ρεπερτορίου, καθόλου κοινού, που ξεχωρίζει στη λατινοαμερικανική λογοτεχνία. Ανάμεσα στους νεότερους δραματουργούς σημαντική θέση κατέχει ο Αγκουστίν Κουσάνι, που από το 1954 έδωσε στο θέατρο νέα και υποβλητικά έργα. Σημαντική ήταν η συμβολή της Μαρία Λους Ρέγκας (Vacaciones), του Αντρές Λισάραγκα, συγγραφέα επικών έργων που ασχολούνται με το πρόβλημα της ελευθερίας, του Κάρλος Γκοροστίσα, θεατρικού παραγωγού, δημιουργού πειραματικών και πρωτοποριακών θεάτρων και του Οσβάλντο Ντραγκούν, συγγραφέα δραματικών έργων. Η εγκαθίδρυση της στρατιωτικής δικτατορίας είχε ως αποτέλεσμα να καταφύγουν στην Ευρώπη, προπάντων στη Γαλλία, πολλοί λαμπροί σκηνοθέτες (όπως ο Β. Γκαρσία, ο Χ. Λαβέλι, ο Α.Ρ. Αρίας) και να εξαφανιστεί βαθμιαία κάθε μορφή θεάτρου με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο.Ένας Ιταλός μετανάστης, ο Μάριο Γκάλο, παρήγαγε και γύρισε το 1908 το έργο Ο τουφεκισμός του Ντορέγκο (Εl fusilamiento de Dorrego), πρώτο από μια μακρά σειρά ιστορικών έργων που σημειώνουν με το Τierra baja (1912) πάλι του Γκάλο, το Νobleza gaucha (1915) των Κάιρο, Μαρτίνες και Γκούντσε, το Resaca (1916) του Ατίλιο Λιπίσι και το Juan sin ropa (1919) των Κιρόγκα, Μπενόιτ και Καστίλιο, μεγάλη επιτυχία. Στη δεκαετία 1920-30 δεσπόζει η προσωπικότητα του Χοσέ Α. Φερέιρα, που υπήρξε ο πρώτος που προσπάθησε να αποδώσει στις ταινίες του την κοινωνική και λαϊκή πραγματικότητα της εποχής: Βuenos Αires ciudad de ensueno (1922), Εl cantar de mi ciudαd (1930). Δική του είναι η πρώτη ομιλούσα ταινία της Α.: Μunequitas Ρorternas (1931). Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ευνοήθηκε μια μεγαλύτερη παραγωγή ως αντίδραση στη χολιγουντιανή εισβολή που μονοπωλούσε την αγορά. Δημιουργήθηκε λοιπόν μια μεγάλη κινηματογραφική εταιρεία, η Αρχεντίνα Σόνο Φιλμ, με κρατική συμμετοχή, που υπάρχει ακόμα, και για πολύ καιρό καθόριζε την κινηματογραφική πολιτική της χώρας. Υπό την ώθησή της οι ταινίες, από 7 το 1934, έφτασαν τις 50 το 1938. Νέοι παραγωγοί ήταν ο Λουίς Σεσάρ Αμαδόρι, με το Μadreselva (1938), ερμηνευμένο από την περίφημη τραγουδίστρια Λιμπερτάδ Λαμάρκε· ο Μάριο Σοφίσι με τα Viento Νorte (1937), Ρrisioneros de la tierra (1939) και Ηeroes sin fama (1940)· ο Λουίς Σασλάβσκι με το Ρuerta cerrada (1939), το Ηistoria de una noche (1941) και προπάντων το La dama duende (1943). Εμπνευσμένος από την ιστορία και την αποίκιση της Α., ο Λούκας Ντεμάρε γύρισε μερικές ενδιαφέρουσες ταινίες, όπως Ο πόλεμος των γκάουτσος (La guerra gaucha, 1942) και Ρampa barbara (1945) – την τελευταία σε συνεργασία με τον Ούγκο Φρεγκονέσε. Μετά το τέλος του πολέμου ο αριθμός των ταινιών που γυρίζονταν κάθε χρόνο σταθεροποιήθηκε στις πενήντα. Όλες όμως οι ταινίες στερούνταν πρωτοτυπίας και δύναμης και αντέγραφαν τα χολιγουντιανά πρότυπα, γεγονός που επέτρεψε την οριστική εδραίωση σε όλες τις νοτιοαμερικανικές αγορές του πολύ πιο ώριμου μεξικανικού κινηματογράφου. Αυτός όμως που ξανάδωσε ζωή στον κινηματογράφο της Α. ήταν ο Λεοπόλντο Τόρε Νίλσον, που έγινε διεθνώς γνωστός μετά την επιτυχία του έργου του Το σπίτι του αγγέλου (La casa del angel, 1957) στο Φεστιβάλ των Κανών. Τα ίδια ενδιαφέροντα απαντώνται στις ταινίες του Fin de fiesta (1960), La mano en la trampa και Un guapo del ’900 (1961), Ρiel de verano (1962), Εl santo de la Εsρada (1970) και Ρiedra libre (1976), τα θέματα των οποίων (άρνηση των εθνικών παραδόσεων και των αστικών αξιών) είχαν ως αποτέλεσμα να εξοριστούν ο σκηνοθέτης και η σύζυγός του, Μπεατρίς Γκίδο, σκηνογράφος όλων των ταινιών του. Στην τροχιά της ανανέωσης που πραγματοποίησε ο Τόρε Νίλσον, ιδιαίτερα στα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ’60, από τη μια πλευρά βρίσκουμε μερικούς σκηνοθέτες που παρακολουθούν και περιμένουν τις εμπειρίες του σύγχρονου ευρωπαϊκού κινηματογράφου: Μανουέλ Αντίν με τα Los venerables todos (1960), Circe (1964)· Δαβίδ Κόον, που γύρισε το Αιχμάλωτοι μιας νύχτας (Ρrisioneros de la noche, 1960), το Τres veces Αna (1961) και το Αsi ο de otra manera (1965). Από την άλλη, είναι εκείνοι που, προσέχοντας τα αποτελέσματα του νουέβο σίνε, εργάζονται για να λύσουν τους γόρδιους δεσμούς της χώρας: Φερνάντο Μπίρι με το ντοκιμαντέρ Τire die (1958) και το εξαιρετικό Οι πλημμυρισμένοι (Los inundados, 1962)· Μαρτίνες Σουάρες· Ροδόλφο Κουν με το πειστικό Ρajarito Gomez (1965). Πολιτικού περιεχομένου είναι και το Εl camino bacia la muerte del νiejο Reales (1970) του Χεράρντο Βαλιέχο, ανάλυση της αθλιότητας στην οποία ζουν οι κάτοικοι της περιοχής Τουκουμάν. Στη δεκαετία του ’70, που άρχισε με το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ του Σολάνας, Ρerόn, η κινηματογραφική παραγωγή της Α. έμεινε στάσιμη, εξαιτίας της πολιτικής αστάθειας αρχικά και της δικτατορίας ύστερα. Συνεπώς, λίγα είναι τα φιλμ που πραγματοποιήθηκαν στην περίοδο αυτή. Αναφέρουμε με συντομία τα: Gente de Βuenos Αires (1975) του Λαντέκ, La hora de Μaria y el pάjaro de oro (1976) του Κουν, ένα μαγικό σύμπλεγμα τοπικών μύθων, εμβολιασμένο στην καθολική κουλτούρα, Los traidores (1973) και Μe matan si no trabajo e si trabajo me matan (1973), γυρισμένα από τη Βασική κινηματογραφική ομάδα, Αdios Αlicia (1977) του Λίκο Πέρες και του Σαντιάγο Σαν Μιγκέλ, και Ο γιος του Φιέρο (Le fils de Fierro, 1978) του Σολάνας. Στη σύντομη περίοδο του εκδημοκρατισμού (1973-74) παρατηρήθηκε μια άνθηση της κινηματογραφικής παραγωγής (η ετήσια παραγωγή έφτασε τις 40 ταινίες μεγάλου μήκους σε αντίθεση με τις 29 ταινίες που γυρίζονταν τις προηγούμενες δεκαετίες), εμφανίστηκαν νέοι ταλαντούχοι σκηνοθέτες, με ριζοσπαστικές ιδέες, και αναμορφώθηκε η νομοθεσία για τον κινηματογράφο. Με την επάνοδο της στρατιωτικής χούντας (1976), επανήλθε χειρότερη καταπίεση, η παραγωγή συρρικνώθηκε (το 1977 γυρίστηκαν μόνο 15 ταινίες) και αρκετοί σκηνοθέτες πήραν τον δρόμο της εξορίας, ανάμεσά τους και ο Φερνάντο Σολάνας. Οι σκηνοθέτες που παρέμειναν γύρισαν ταινίες παραδοσιακές ή αμφιλεγόμενες, ή περιορίστηκαν στη μεταφορά στην οθόνη γνωστών λογοτεχνικών έργων: Βorges para miliones, του Ρικάρντο Βούλιχερ (1978), Εl poder de las tinieblas, του Μάριο Σάμπατο (1979). Αντίθετα, στη δεκαετία του ’80, με τη χαλάρωση των καταπιεστικών μέτρων της δικτατορίας, οι σκηνοθέτες άρχισαν να γυρίζουν ταινίες με κοινωνικά και πολιτικά θέματα. Το 1981, στην ταινία Τiempo de revancha, ο Αντόλφο Αρισταράιν χρησιμοποίησε τα κλισέ του θρίλερ για να παρουσιάσει μια αλληγορία πάνω στο θέμα της εξουσίας, μέσα από την ιστορία ενός εργάτη που εκδικείται το αφεντικό του, ενώ στην επόμενη ταινία του, Οι τελευταίες μέρες του θύματος (1982), έκανε ένα καυστικό σχόλιο πάνω στα «αποσπάσματα θανάτου». Με την πτώση των στρατιωτικών, που ακολούθησε τον πόλεμο των νησιών Φόκλαντ, οι ελεύθεροι πια κινηματογραφιστές άρχισαν να κατακρίνουν ανοιχτά το καθεστώς και να σχολιάζουν με τόλμη τα διάφορα πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Στην ταινία του, Ένας γελοίος, βρόμικος μικρός πόλεμος (1983), ο Χέκτορ Ολιβέρα έφτιαξε μια μαύρη κωμωδία γύρω από τους περονιστές αγωνιστές της δεκαετίας του ’70, ενώ στην ταινία του, Η επίσημη ιστορία (La historia official, 1986), βραβευμένη με το Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας, ο Λούις Πουέντζο καταπιάστηκε με το δράμα των παιδιών των αγνοουμένων στη διάρκεια του στρατιωτικού καθεστώτος. Η άσχημη κατάσταση του αργεντινού κινηματογράφου παρουσιάζεται στη βραβευμένη στο φεστιβάλ Βενετίας ταινία Η ταινία του βασιλιά (1986) του Κάρλος Σορίν, γύρω από τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ένας νεαρός σκηνοθέτης στο γύρισμα μιας ταινίας του. Την ίδια χρονιά, ο αυτοεξόριστος Σολάνας επέστρεψε στην πατρίδα του για να γυρίσει, σε συμπαραγωγή με Γάλλους, την ταινία Το ταγκό του έρωτα (Τangos, l’ exil de Gardel), όπου συνδύασε την παράδοση του ταγκό με τον αγώνα του λαού της Α. για την ελευθερία. Άλλες, βραβευμένες σε διάφορα φεστιβάλ ταινίες της εποχής: Camila (1984) και Μiss Μary (1987) της Μαρίας Λουΐζας Μπέμπεργκ, La noche de los lapices (1987) του Χέκτορ Ολιβέρα, Βoda secreta (1989) του Αλεχάντρο Αγκρέστι, Despues de la tormenta (1990) του Τριστάν Μπάουερ, Ultimas imagines del maufragio (1989) και Η σκοτεινή πλευρά της καρδιάς (1992) του Ελιζέο Σουμπιέλα, Ρatron (1995) του Χόρχε Ρόκα κ.ά.Η Α. προσφέρει σε αυτόν που ασχολείται με την παλαιά και πρόσφατη μουσική κληρονομιά της μια προοπτική λιγότερο πλούσια από εκείνη των άλλων χωρών της Λατινικής Αμερικής. Για να το καταλάβει κανείς αυτό, θα πρέπει να έχει υπόψη του δύο παράγοντες: την ελάχιστη παρουσία αυτόχθονης μουσικής και τη σχεδόν ολική απουσία νέγρικων κοινοτήτων που αποτελούσαν ανέκαθεν πυρήνες μουσικής επικοινωνίας. Έτσι, η χώρα εξαρτιόταν μέχρι σήμερα κατά μεγάλο μέρος, ακόμα και στο ελαφρό μουσικό θέατρο, από ισπανικά πρότυπα. Το λεγόμενο chico nacional που έγινε, στο πεδίο της οπερέτας, ένα αργεντινό είδος, έχει εμφανή ευρωπαϊκή προέλευση. Όπως στην Ευρώπη, η οπερέτα σημείωσε και στην Α. επιτυχία μέχρι τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο· ωστόσο, ορισμένα τραγούδια, γραμμένα από καλούς μουσικούς όπως οι Αντόνιο Ρεϊνόσο, Εντουάρντο Γκαρσία Λανάνε, Χοσέ Καριλέρο και Φρανσίσκο Παγιά, τραγουδιούνται ακόμα. Η μεγαλύτερη προσφορά της Α. στον μουσικό πολιτισμό είναι ασφαλώς το ταγκό, ένας χορός ερωτικός (με ιταλικά πρότυπα) που ξεπέρασε τα όρια της χώρας στις αρχές του 20ού αι. και εξαπλώθηκε, μέσω των Ιταλών μεταναστών, στη γηραιά Αλβιόνα. Ιδιαίτερη μνεία αξίζει ο Κάρλος Γκαρντέλ, έξοχος ερμηνευτής του αργεντινού τραγουδιού, η φήμη του οποίου ξεπέρασε τα σύνορα της χώρας του, έτσι που στα χρόνια της δόξας του πραγματοποίησε πολυάριθμες τουρνέ στην Ευρώπη, με μεγάλη επιτυχία. Στο πεδίο της πιο πρόσφατης λαϊκής μουσικής, θα πρέπει να αναφέρουμε τις διεθνείς επιτυχίες που σημείωσαν οι Αργεντινοί μουσικοί: ο Άνχελ Πότσο Γκάτι στο πιάνο, οι Αστόρ Πιατσόλα και Ντίνο Σαλούσι στο μπαντονεόν (ένα είδος ακορντεόν-οργανέτου), ο Ραούλ Μερκάδο στο κένα, οι Ελ Σούρντο Ροϊσνέτ και Πότσο Λαπούμπλε στα κρουστά. Αλλά ανάμεσα σε όλους ξεχωρίζει ο Λεάντρο Γκάτο Μπαρμπιέρι, που, ξεκινώντας στις αρχές της δεκαετίας του ’60 από τη μίμηση πρωτοποριακών προτύπων, εδραιώθηκε στη συνέχεια ως μία από τις πιο πρωτότυπες φωνές στη σκηνή της τζαζ της δεκαετίας του ’70· ιδιαίτερη επιτυχία σημείωσαν η μουσική του υπόκρουση για το φιλμ Τελευταίο ταγκό στο Παρίσι (1972) και το πανόραμά του της λατινοαμερικανικής μουσικής, χωρισμένο σε πέντε μέρη (chapters). Στα τελευταία χρόνια αναπτύχθηκε στην Α. μια μουσική δραστηριότητα πιο ευαίσθητη στα προοδευτικά ρεύματα της ευρωπαϊκής μουσικής. Σε μια γενική άνθηση καλλιτεχνικών δραστηριοτήτων συνδεδεμένων με τις πρωτοποριακές εμπειρίες, η μουσική βρήκε, σε κύκλους περιορισμένους για την ώρα, ένα ευαίσθητο και σύγχρονο κοινό. Αυτή τη στιγμή ο σπουδαιότερος Αργεντινός συνθέτης σε διεθνές επίπεδο είναι ο Μαουρίσιο Καχέλ (1931), που ζει στην Κολονία από το 1957.Συντηρητισμός και πατριαρχική οικογένεια. Ο συντηρητισμός είναι ένα από τα χαρακτηριστικά της οικογενειακής ζωής στην Α. Στο αγροτικό περιβάλλον δεσπόζει η πατριαρχική οικογένεια πατροπαράδοτου τύπου. Πνευματικοί και θρησκευτικοί παράγοντες, καθώς και λόγοι κύρους και οικονομικών αναγκών, ωθούν τους Αργεντινούς να αποκτούν πολυάριθμες οικογένειες. Τα παιδιά, παρότι γίνονται δεκτά με αδιαφορία και μεγαλώνουν απλά, αντιπροσωπεύουν πάντοτε μια ευλογία του ουρανού, ενώ τη στείρα γυναίκα την περιφρονούν όλοι στην κοινότητα. Μια γέννηση δεν είναι εξαιρετικό γεγονός, αλλά κάτι απόλυτα φυσικό, που δεν αλλάζει τον συνηθισμένο ρυθμό της οικογενειακής ζωής· λίγες μέρες μετά τον τοκετό η μητέρα ξαναρχίζει τις συνηθισμένες της εργασίες, κουβαλώντας μαζί της το νεογέννητο. Αν υπάρχει κοντά χωριό ή παρεκκλήσι, η βάφτιση γίνεται αμέσως. Αλλιώς, η μητέρα πρέπει να κάνει ένα αρκετά μακρινό ταξίδι για να βαφτίσει το παιδί της. Το μυστήριο αυτό δημιουργεί έναν δεσμό κουμπαριάς ανάμεσα στους γονείς και στον νονό ή στη νονά, δεσμό που έχει παραμείνει πολύ ισχυρός σε όλη την ύπαιθρο της Α. Η ανατροφή του παιδιού προσφέρεται από την ίδια τη ζωή του οικογενειακού κυττάρου: γονείς, αδέλφια και φίλοι ασχολούνται με την αργή κοινωνικοποίηση του μικρού. Στην ύπαιθρο υπάρχουν δύο ξεχωριστά είδη δραστηριοτήτων: αρχικά οι εργασίες, στις οποίες συμμετέχει από την πιο μικρή ηλικία και συνοδεύονται από τις σχολικές υποχρεώσεις, και ύστερα τα παιχνίδια και οι ασχολίες που είναι κοινές σε όλα τα παιδιά και τους εφήβους. Τα αγόρια έχουν, ανάμεσα στα άλλα, την υποχρέωση να οδηγούν στη βοσκή τις κατσίκες και τα πρόβατα, να μαζεύουν ξύλα για το τζάκι και να φέρνουν νερό στο σπίτι. Τα κορίτσια, με τη σειρά τους, συμμετέχουν στις εργασίες του σπιτιού: ζυμώνουν ψωμί, γνέθουν, ράβουν κλπ. Το αγροτικό περιβάλλον είναι ένα ισχυρό τονωτικό για τη διαμόρφωση του μικρού παιδιού. Τα εφηβικά ειδύλλια αντιμετωπίζονται επίσης, απλά και φυσιολογικά· αν ένα ειδύλλιο που γεννιέται κατά τη διάρκεια ενός χορού ή μιας γιορτής (ροντέο, καρναβάλι ή Πάσχα) είναι σοβαρό, τότε το ζευγάρι ενώνεται χωρίς εμπόδια από τις οικογένειες. Γενικά, αποφεύγονται οι υπερβολές που δεν ανταποκρίνονται στον απλό και σοβαρό χαρακτήρα των αγροτών. Και οι ντε φάκτο ενώσεις γίνονται πραγματικοί θεσμοί, όπως για παράδειγμα το αμανιαμιέντο των επαρχιών του βορρά, που είναι ένα είδος δοκιμαστικού γάμου, αμοιβαίας συμφωνίας, για να βεβαιωθούν τα δύο μέρη ότι ταιριάζουν και, το κυριότερο, ότι μπορούν να κάνουν παιδιά. Σχεδόν ποτέ δεν υπάρχουν εμπόδια στην πολιτική και θρησκευτική νομιμοποίηση της ένωσης αυτού του τύπου. Παρά τις βαθιές αλλαγές που υπέστη ο αγροτικός κόσμος, ο σημερινός χωρικός μοιάζει πολύ στη νοοτροπία με τους προγόνους του, τους θρυλικούς γκάουτσος, το αναμφισβήτητο λογοτεχνικό πρότυπο των οποίων είναι η μορφή του Μαρτίν Φιέρο. Ο γκάουτσο ήταν μονάχα βοσκός· αλλά με την παλίρροια των μεταναστών και την ολοένα πιο εντατική χρησιμοποίηση της τεχνικής στις εργασίες στους αγρούς, οι δραστηριότητές του διαφοροποιήθηκαν σιγά-σιγά και άρχισε και αυτός να καλλιεργεί τη γη. Ακόμα και σήμερα, όμως, μπορούμε να εντοπίσουμε στον Αργεντινό χωρικό ορισμένα χαρακτηριστικά του παλαιού βοσκού, που θαυμάζει το θάρρος, το αποφασιστικό πνεύμα, τη δύναμη, την ευγένεια, την πίστη και την ικανότητα, ενώ περιφρονεί ορισμένες τυπικά γεωργικές ιδιότητες, όπως την τάξη, την πρόβλεψη και τον υπολογισμό, την υπομονή, την οργάνωση και την οικονομία. Οι κτηνοτρόφοι της Πάμπας. Η κτηνοτροφία εφαρμόζεται σε μεγάλη κλίμακα σε δύο ζώνες: η μία είναι αφιερωμένη κυρίως στην εκτροφή βοοειδών και η άλλη στην Παταγονία, όπου επικρατούν τα πρόβατα. Η πρώτη ζώνη, πολύ σπουδαιότερη, είναι εκείνη που έδωσε στους ξένους την εικόνα της αργεντινής υπαίθρου. Οι μεγάλες πεδιάδες με το εύκρατο κλίμα, οι πάμπας, επιτρέπουν μια ασυνήθιστη ανάπτυξη της κτηνοτροφίας βοοειδών. Πράγματι, η Α. παράγει κρέατα πρώτης ποιότητας, ενώ συνεχώς γίνονται προσπάθειες για να βελτιωθούν οι ράτσες των ζώων. Λόγω της φύσης του εδάφους και των αποστάσεων, έχει υιοθετηθεί η μέθοδος της εκτατικής κτηνοτροφίας και είναι απαραίτητη η περιοδική συγκέντρωση των ζώων για ελέγχους, κτηνιατρικές εξετάσεις και μαρκάρισμα. Η συγκέντρωση αυτή μεγάλων αριθμών ζώων ονομάζεται ροντέο και έχει ως αποτέλεσμα μια γενική κινητοποίηση των αντρών ενός εδάφους. Το ροντέο είναι μια από τις σημαντικότερες στιγμές της χρονιάς στον κόσμο των κτηνοτρόφων. Αποκτά επίσης μεγάλη σπουδαιότητα για τις κοινωνικές σχέσεις, καθώς ενώνει ανθρώπους που μένουν σε πάρα πολύ απομακρυσμένα μέρη και προσφέρει ευκαιρία για γιορτές, τραγούδια και χορούς. Στο ροντέο σημαδεύουν και πεταλώνουν τα ζώα (ιέρα) και τα δαμάζουν (δόμα), ενώ γίνονται και επιδείξεις θάρρους, δύναμης και ικανότητας. Κάθε τόσο οργανώνεται ένα ροντέο, για να γίνει απογραφή των ζώων και να διαπιστωθεί ο αριθμός των γεννήσεων στα κοπάδια. Το μαρκάρισμα είναι μια μορφή ταξινόμησης των ζώων, που είναι σκορπισμένα και χωρίς κανέναν έλεγχο σε τεράστιες εκτάσεις. Η δεύτερη ζώνη βρίσκεται στην Παταγονία και είναι αφιερωμένη στα πρόβατα. Το κούρεμα και το μαρκάρισμα αποτελούν ευκαιρία για γιορτές, τραγούδια και χορούς. Το αρέο, η μετανάστευση από τη μια περιοχή στην άλλη ενός κοπαδιού, πολυάριθμου μερικές φορές, είναι μια εργασία που απαιτεί από μέρους του κτηνοτρόφου (αριέρο) μεγάλη δύναμη και ικανότητα. Νερό, αλάτι, γαλέτα και λίγα άλλα απλά τρόφιμα είναι μερικές φορές γι’ αυτούς η μόνη τους τροφή κατά τις μακριές ημέρες στις οποίες διασχίζουν ερημικές περιοχές. Οι γιορτές. Οι λαϊκές γιορτές των Αργεντινών αποκαλύπτουν γενικά μεγάλη κοινωνική και πολιτιστική ομοιογένεια, με μια σημαντική επίδραση της καθολικής παράδοσης της μεσογειακής Ευρώπης, η οποία φέρνει σε δεύτερο επίπεδο τα ιθαγενή στοιχεία και τα περιορίζει σε απλές παραλλαγές του δυτικού κορμού, όπως μερικές παραλλαγές των παραδοσιακών εορτών της καθολικής Ευρώπης, που οφείλονται στη διαφορά των εποχών ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια. Τα Χριστούγεννα, η πρωτοχρονιά, το καρναβάλι είναι στην Α. καλοκαιρινές γιορτές· αποτέλεσμα είναι ένα υβρίδιο των ευρωπαϊκών χειμωνιάτικων εθίμων με νέες συνήθειες που είναι πιο κατάλληλες για τη ζέστη. Συμβαίνει έτσι να ακολουθούνται κατά τα Χριστούγεννα οι ευρωπαϊκές συνήθειες: τρώνε γαλοπούλα και άλλα φαγητά πολύ θρεπτικά και πλούσια σε θερμίδες, πιο κατάλληλα για τον Δεκέμβριο στο βόρειο ημισφαίριο παρά για τις θερμοκρασίες του καλοκαιριού της Α. Ωστόσο, η ζέστη έχει δημιουργήσει νέες συνήθειες, όπως ορισμένα παιχνίδια με το νερό: κατάβρεγμα, νεροπόλεμος με χάρτινες σακούλες γεμάτες νερό κ.ά. κατά τις γιορτές του καρναβαλιού. Η Μεγάλη Εβδομάδα γιορτάζεται με πολυάριθμες εκδηλώσεις, ιδιαίτερα στις επαρχίες του εσωτερικού: οι λιτανείες, οι λειτουργίες και άλλες θρησκευτικές τελετές παίρνουν διαφορετικό χαρακτήρα ανάλογα με τις περιοχές, προπάντων στην ανδική βορειοδυτική περιοχή, που διατηρεί περισσότερο τις προκολομβιανές παραδόσεις. Τη Μεγάλη Εβδομάδα, ένας ορισμένος αριθμός πιστών συγκεντρώνεται στα κέντρα του εσωτερικού της χώρας διασχίζοντας μεγάλες αποστάσεις, μερικές φορές μίας ή δύο ημερών. Παρά την έλλειψη ιερέων στις αγροτικές ζώνες, η πίστη είναι αρκετά βαθιά. Μουσική και χορός. Τα τραγούδια συνοδεύουν στο εσωτερικό της χώρας όλες τις σπουδαίες εκδηλώσεις της επίσημης και οικογενειακής ζωής: στίχοι που μιλούν για αγάπη, για ελπίδα, για εργασία, για τις λύπες και τις χαρές του λαού. Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσουμε για τα βασικά μουσικά χαρακτηριστικά των περιοχών του βορρά, της Κούγιο, της Πάμπας και του βορειοανατολικού τμήματος της χώρας. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι στη μουσική της βορειοδυτικής περιοχής υπάρχουν ακόμα ίχνη της πεντατονικής κλίμακας που χρησιμοποιούσαν στην αυτοκρατορία των Ίνκας, η οποία ακολουθείται και στα ιθαγενή όργανα: την κένα (είδος πολύ απλού φλάουτου φτιαγμένου από καλάμι), το τσαράνγκο (μικρή κιθάρα με το ηχείο φτιαγμένο από κέλυφος τατού, μικρού θηλαστικού πολύ διαδεδομένου στη Νότια Αμερική) και την κάχα (ένα είδος μικρού τύμπανου). Η μουσική της Κούγιο χαρακτηρίζεται από πολύ έντονο ρυθμό, επίδραση της χιλιανής μουσικής. Τα τραγούδια της Πάμπας τραγουδιούνται γενικά από αντρικές φωνές (βιδάλα) και δίνουν περισσότερη σπουδαιότητα στον στίχο παρά στη μουσική, η οποία συχνά είναι η ίδια, όπως στη σίφρα, στο εστίλο και στη μιλόνγκα σουρένια. Είναι γενικά νοσταλγικά τραγούδια, σε αρμονία με την απέραντη μοναξιά της πεδιάδας. Τέλος, η μουσική της Λιτοράλ, της βορειοανατολικής δηλαδή περιοχής, αποκαλύπτει μεγάλο μελωδικό πλούτο και ρυθμούς μάλλον γοητευτικούς. Οι τσαμαμές, οι βαλσεάδος, οι πόλκες και οι τσαμαρίτας θυμίζουν την ισπανογκουαρανική προέλευσή τους. Υπάρχει ακόμα ο μαλάμπο, που είναι χορός μόνο για άντρες, οι οποίοι θαυμάζονται για την ικανότητά τους στο σαπατεάδο, και ανήκει σε όλες τις περιοχές της χώρας. Το ταγκό (ορθότερα τάνγκο), που είχε παγκόσμια διάδοση, είναι κυρίως χορός των πορτένιος. Πήρε μορφή σιγά-σιγά στα προάστια του Μπουένος Άιρες ανάμεσα στα τέλη του 19ου αι. και στις αρχές του 20ού. Η ετυμολογία του ονόματός του και η προέλευση της μουσικής του δεν είναι πολύ ξεκαθαρισμένες· μερικοί υποστηρίζουν ότι το όνομα προέρχεται από το καντόμπε των μαύρων, ένα είδος φαραντόλας που συνοδεύεται από τον ρυθμό των τυμπάνων. Το πάθος για τα σπορ. Το ποδόσφαιρο είναι διαδεδομένο σε όλα τα κοινωνικά στρώματα: στην Α. δεν υπάρχουν άλλα θεάματα που να προκαλούν στις μάζες τέτοιο πάθος και να έχουν τέτοια δημοτικότητα. Μόνο το Μπουένος Άιρες διαθέτει πάνω από είκοσι ποδοσφαιρικά γήπεδα, τα μισά τουλάχιστον από τα οποία συγκεντρώνουν δεκάδες χιλιάδες θεατές. Ο ενθουσιασμός είναι τόσο μεγάλος που πολλές χιλιάδες φανατικών διασχίζουν συχνά εκατοντάδες χιλιόμετρα για να ακολουθήσουν την ομάδα τους που πηγαίνει να παίξει σε μια επαρχιακή πόλη, όπως η Ροσάριο, η Λα Πλάτα ή η Κόρδοβα. Αυτό γίνεται κάθε Κυριακή. Ως θεατής, στο θέμα των σπορ, ο Αργεντινός έχει διευρύνει το φάσμα των ενδιαφερόντων του στις τελευταίες δεκαετίες· η ποδηλασία και οι αυτοκινητιστικοί αγώνες συγκεντρώνουν μεγάλα πλήθη· κανείς δεν έχει ξεχάσει τα κατορθώματα του Χουάν Μανουέλ Φάνχιο, παγκόσμιου πρωταθλητή, του Κάρλος Ρόιτμαν και του Ντιέγκο Μαραντόνα. Και το πόλο όμως συγκεντρώνει ολοένα και περισσότερο το ενδιαφέρον των λαϊκών μαζών, μιας και οι ομάδες της Α. είναι από τις πρώτες στον κόσμο. Άλλο σπορ που συναρπάζει τους Αργεντινούς είναι η πυγμαχία. Τα πρόσφατα κατορθώματα των Μόνσον, Γκαλίντες και Κουέλιο αποτελούν καθημερινά θέματα συζήτησης.Η ημέρα των αγροτών (πεόνες) αρχίζει πάρα πολύ νωρίς, με ένα διάλειμμα κατά τις δέκα για πρωινό και ανάπαυση. Συχνά στις περιπτώσεις αυτές τρώνε το ασάδο και κουέρο και τις εμπανάδας, πίνοντας αρκετά. Η εμπανάδα, ισπανικής προέλευσης, είναι ένα πιάτο που ποικίλλει ανάλογα με τις επαρχίες· αποτελείται γενικά από κιμά με διάφορα καρυκεύματα, τυλιγμένο σε σφολιάτα, που ψήνεται στον φούρνο ή τηγανίζεται. Η εμπανάδα μπορεί να γεμιστεί επίσης με καλαμποκάλευρο ή με μαρμελάδα. Μετά το φαγητό οι Αργεντινοί πίνουν το ματέ, το πιο διαδεδομένο ρόφημα σε όλο το αργεντινό έδαφος, ένα αφέψημα που ετοιμάζεται με τα φύλλα ενός θάμνου παρόμοιου με το τσάι. Στο Μπουένος Άιρες οι συνήθειες είναι ποικίλες, όπως σε όλα τα μεγάλα βιομηχανικά και κοσμοπολίτικα κέντρα. Η ισπανική και η ιταλική κουζίνα είναι πολύ διαδεδομένες, αλλά παραμένουν χαρακτηριστικά της Α. η σπουδαιότητα του κρέατος και η αδιαφορία για τα ψάρια και τα θαλασσινά.Ο επισκέπτης εφόσον δεν ταξιδέψει από μία από τις γειτονικές χώρες μέσω ξηράς (ιδιαίτερα συναρπαστικό είναι το πέρασμα των Άνδεων από τη Χιλή) ή μέσω θαλάσσης από τη Βραζιλία, τη Βόρεια Αμερική και την Ευρώπη, μπορεί να φτάσει στο Μπουένος Άιρες αεροπορικώς από όλες τις κυριότερες πόλεις της Αμερικής και της Ευρώπης (από την Αθήνα, μέσω αυτών των πόλεων). Για την είσοδο στη χώρα είναι απαραίτητο το πιστοποιητικό εμβολιασμού κατά της ευλογιάς. Σχετικά με τις εσωτερικές συγκοινωνίες, αξίζει να αναφερθεί ότι η Α. διαθέτει ένα θαυμάσιο σιδηροδρομικό δίκτυο, το καλύτερο της Νότιας Αμερικής (διαθέτει συχνά βαγκόν-λι), που μερικές φορές είναι προτιμότερο από τις οδικές συγκοινωνίες, οι οποίες εξυπηρετούνται και αυτές από καλά λεωφορεία και συλλογικά ταξί. Οι καλύτερες εποχές για ταξίδι στην κεντρική Α. είναι η άνοιξη και το φθινόπωρο, ενώ για τις βορειότερες περιοχές είναι προτιμότερη η χειμερινή περίοδος, από τον Μάιο μέχρι τον Σεπτέμβριο (όπως και για τη Βολιβία και την Παραγουάη). Για την ψηλή οροσειρά των Άνδεων και τις νότιες περιοχές, κατάλληλη εποχή για την πραγματοποίηση του ταξιδιού είναι μόνο το καλοκαίρι. Μια συμβιβαστική λύση για την επίσκεψη σε όλη τη χώρα είναι η περίοδος από τον Οκτώβριο μέχρι τον Δεκέμβριο. Το Μπουένος Άιρες, μία από τις μεγαλύτερες λατινοαναμερικανικές πόλεις, καθώς και η πιο κοντινή στα ευρωπαϊκά πρότυπα, ξαφνιάζει με την πρώτη ματιά για την τεράστια και ομοιόμορφη πολεοδομική της έκταση. Ωστόσο, η κεντρική ζώνη ξεχωρίζει, τόσο για τα μνημεία της και τις μεγάλες πλατείες όσο και για τις μεγάλες λεωφόρους και τους μικρούς δρόμους (Κάλιε Φλορίδα, Αβενίδα Σάντα Φε). Τα επιβλητικά δημόσια κτίρια αναπληρώνουν την έλλειψη ιστορικών κτιρίων: Κάσα Ροσάδα, με το Καμπίλντο και τα άλλα κτίρια της Πλάσα δε Μάγιο, καθεδρικός ναός με τον τάφο του Σαν Μαρτίν, ναοί της Παναγίας, του Αγίου Δομίνικου και της Ελ Πιλάρ (ανάμεσα στους λίγους που διασώθηκαν από τις καταστροφές των περονιστών), Αβενίδα 9 δε Χούλιο, Πλάσα Σαν Μαρτίν, Πάρκο Παλέρμο με την Πλάσα Ιτάλια. Ανάμεσα στα πολλά μουσεία αναφέρουμε αυτά των Καλών Τεχνών (με έργα και Ευρωπαίων καλλιτεχνών), Διακοσμητικής Τέχνης και το Μουσείο Ισπανοαμερικανικής Τέχνης. Γραφική και χαρούμενη, αν και αρκετά εμπορική, είναι η συνοικία Λα Μπόκα· αριστοκρατικές συνοικίες στην ακτή είναι η Ολίβος και η Σαν Ισίντρο και, πιο πέρα, κοντά στο δέλτα του Παρανά, τυπικό είναι το προάστιο Τίγκρε με τα εκατό κανάλια και νησάκια. Εκδρομές στα περίχωρα μπορούν να γίνουν στη Λουχάν (ναός, τόπος προσκύνησης και ενδιαφέρον αποικιακό και ιστορικό μουσείο), στη Λα Πλάτα (Μουσείο Φυσικής Ιστορίας και Παλαιοντολογίας) και στη Σαν Αντόνιο δε Αρέκο (Μουσείο των Γκάουτσος, εγκατεστημένο σε μια τυπική εστάνσια του 19ου αι.). Το τυπικό τοπίο της Πάμπας με τις απέραντες εκτάσεις λιβαδιών και εκτατικών καλλιεργειών, κοινό όχι μόνο στις επαρχίες Μπουένος Άιρες και Λα Πάλμα, αλλά και σε μεγάλο μέρος των γύρω επαρχιών, μπορεί να το απολαύσει κανείς με κάθε χερσαίο δρομολόγιο που ξεκινά από την πρωτεύουσα· γίνονται όμως και οργανωμένες τουριστικές εκδρομές με επίσκεψη σε μερικές εστάνσιας. Στην ακτή, οι λουτροπόλεις Μαρ ντελ Πλάτα, Μιραμάρ και Νεκοτσέα μπορούν να παρουσιάσουν κάποιο ενδιαφέρον για τους εκατοντάδες χιλιάδες επισκέπτες που πηγαίνουν εκεί το καλοκαίρι. Η Κόρδοβα (αεροπλάνο, τρένο και λεωφορείο σε θαυμάσιο δρόμο από την πρωτεύουσα), παρά τη σύγχρονη επέκτασή της, είναι από τις πιο παλαιές πόλεις της Α., πλούσια σε ιστορικά κτίρια της αποικιακής εποχής (καθεδρικός ναός, ναοί των ιησουιτών και πολλοί άλλοι αξιόλογοι του 17ου και του 18ου αι., παλαιό Καμπίλντο, Οίκος του Βιρέι με αποικιακό μουσείο, πανεπιστήμιο και Κολέγιο του Μοντσεράτ, πάρκο Σαρμιέντο). Η γειτονική Σιέρα δε Κόρδοβα είναι γνωστή για τη μεγάλη ποικιλία κοιλάδων, βουνών και λιμνών. Αεροπλάνο, τρένο και λεωφορεία οδηγούν από την Κόρδοβα στη Μεντόσα (όπου μπορεί να φτάσει κανείς και απευθείας από το Μπουένος Άιρες με τα ίδια μέσα). Όταν ταξιδεύει κανείς από ξηρά, αξίζει να σταθεί είτε στη Σαν Λουίς είτε στη Σαν Χουάν (ερείπια του μοναστηριού του Αγίου Δομίνικου), και τα δύο κέντρα με παλιά αποικιακή ατμόσφαιρα. Η Μεντόσα δεν παρουσιάζει ιδιαίτερα αξιοθέατα, εκτός από το πάρκο Σέρο δε Γκλόρια, αφιερωμένο στον Σαν Μαρτίν, τον εθνικό ήρωα, και τις επισκέψεις στις τυπικές οινοποιητικές επιχειρήσεις (φεστιβάλ του τρύγου τον Μάρτιο). Αυτό που προπάντων δικαιολογεί ένα ταξίδι μέχρι το σημείο αυτό είναι η ανάβαση στις Άνδεις, είτε ακολουθώντας άμεσο δρομολόγιο προς το Σαντιάγο της Χιλής είτε ένα δρομολόγιο που ξεκινώντας από τη Μεντόσα περνά από τα ιαματικά και τουριστικά κέντρα Βιλιαβισένσιο, Ουσπαλιάτα, Ποτρερίλιος, Λος Βαλιεσίτος, μέχρι την Πουέντε ντελ Ίνκα (λιμνοθάλασσα δε λος Ορκόνες με το άγαλμα του Χριστού Λυτρωτή). Το εντυπωσιακό περιβάλλον των άγονων περιοχών που κρασπεδώνουν τις βόρειες Άνδεις συναρπάζει τον ταξιδιώτη κατά μήκος του δρόμου που από την Κόρδοβα προχωρεί στη Σαντιάγο ντελ Εστέρο, την πιο παλαιά πόλη όλης της Α., με ίχνη της παλαιάς ατμόσφαιρας (ναοί του Αγίου Φραγκίσκου, του Αγίου Δομίνικου, της Παναγίας, καθεδρικός ναός, αρχαιολογικό μουσείο, ιστορικό μουσείο). Βόρεια της Μεντόσα και της Κόρδοβα αξίζει να επισκεφθεί κανείς άλλες τρεις μικρές πόλεις: Σαν Χουάν, με θαυμάσιες μαρτυρίες αποικιακής τέχνης, Λα Ριόχα (ναοί του Αγίου Φραγκίσκου και του Αγίου Δομίνικου, αρχαιολογικό μουσείο των Ίνκας, εκδρομή στη Λας Πεδερσίτας) και Καταμάρκα (ναοί του Αγίου Φραγκίσκου, καθεδρικός, θαυμάσιος ορεινός δρόμος Κουέστα δε ελ Πορτεσουέλο). Βορειότερα, αντίθετα, η περιοχή της Τουκουμάν είναι προικισμένη με οργιαστική υποτροπική βλάστηση, γι’ αυτό και ονομάζεται κήπος της Α. Η πόλη, με αρκετά κτίρια του 18ου αι., συνδέεται με την Κόρδοβα και το Μπουένος Άιρες αεροπορικώς και σιδηροδρομικώς. Η Σάλτα διατηρεί μια παλαιά αποικιακή ατμόσφαιρα που γίνεται προσπάθεια να σωθεί και στα νέα οικοδομήματα (καθεδρικός ναός, ναοί των ιησουιτών και του Αγίου Φραγκίσκου, μοναστήρι του Αγίου Βερνάρδου, αποικιακό μουσείο στο μέγαρο του Καμπίλντο, εκδρομές στα ερείπια των Ίνκας της Ινκαουάσι, της Ταστίλ και της Μοροουάσι). Η Σαν Σαλβαδόρ δε Χουχούι, που περιβάλλεται από βουνά, παρουσιάζει μια ήρεμη και παραδοσιακή ατμόσφαιρα (καθεδρικός ναός της Αγίας Βαρβάρας και του Αγίου Φραγκίσκου, εκδρομή στις λίμνες της Γιάλα, στους πρόποδες των παγετώνων του Τσάνι και στον ιαματικό σταθμό Ρέγες). Ανάμεσα στα διάφορα δρομολόγια της περιοχής το καλύτερο είναι εκείνο που από τη Σάλτα περνά την Κεμπράδα δε Εσκοΐπε και συνεχίζει για την Κάτσι (εκδρομή στη λίμνη Μπρεαλίτο), τη Μολίνας, τη Σαν Κάρλος και την Καφαγιάτε (ξενοδοχείο) κατά μήκος της κοιλάδας Καλτσακίες, με τα πετρώματα που έχουν ζωηρά χρώματα και με την κορυφή του Νεβάδο δε Κάτσι (6.720 μ.). Η Καφαγιάτε κατοικείται από έναν ανδικό πληθυσμό, ο οποίος διατηρεί τα πατροπαράδοτα έθιμά του, πράγμα πολύ σπάνιο σήμερα στην Α. Οι δύο στενές κοιλάδες, Κεμπράδα ντελ Τόρο και Κεμπράδα δε Ουμαουάκα, οι οποίες διασχίζονται από τους δρόμους και τις σιδηροδρομικές γραμμές που από τη Σάλτα προχωρούν προς τη Χιλή κατά μήκος της πρώτης κοιλάδας και προς τη Βολιβία κατά μήκος της δεύτερης, κατοικούνται από τους ιθαγενείς Κόγια, όμοιους με τους Βολιβιανούς. Με το πρώτο δρομολόγιο φτάνει κανείς στη Σαν Αντόνιο δε λος Κόμπρες, στα περίχωρα της οποίας υπάρχει η θαυμάσια οδογέφυρα της Πολβορίλια, απ’ όπου ο επισκέπτης μπορεί να πάει στην παλαιά ιεραποστολή της Αντοφαγκάστα δε λα Σιέρα· με το δεύτερο φτάνει στην Τιλκάρα, όπου αρχίζει το Γκραν Πουκαρά, τυπικό οχυρό των ιθαγενών πριν από την κατάκτηση των Ίνκας, για την προστασία της κοιλάδας. Σημαντικός πόλος έλξης της περιοχής είναι οι παλιοί ναοί των ισπανικών ιεραποστολών που είναι χτισμένοι με το ισπανοαμερικανικό στιλ, με τυπικά έργα τέχνης που οφείλονται σε τοπικούς καλλιτέχνες. Όλη η πλευρά των νότιων Άνδεων στα σύνορα με τη Χιλή, από την επαρχία της Μεντόσα μέχρι τη Γη του Πυρός (2.500 χλμ.), είναι μια διαδοχή λιμνών με ζωηρά χρώματα, θεαματικών κορυφών, παγετώνων, δασών από αροκαρίες και λάρικες, σε ένα μεγαλοπρεπές περιβάλλον. Πολλές ζώνες έχουν μετατραπεί σε εθνικούς δρυμούς και διαθέτουν ξενοδοχειακό εξοπλισμό. Η Σαν Κάρλος δε Μπαριλότσε είναι το πιο γνωστό κέντρο όλης της ανδικής πλευράς, αλλά αξίζει τον κόπο να αρχίσει κανείς το ταξίδι της περιοχής βορειότερα, από τη Σαπάλα (στην οποία μπορεί να φτάσει από το Μπουένος Άιρες με αεροπλάνο στην όχι μακρινή Νεουκέν, ή απευθείας με τρένο και πούλμαν)· από εκεί μπορεί να πάει στον ηφαιστειακό κίρκο Κοπάουε, στον γειτονικό εθνικό δρυμό Λαγκούνα Μπλάνκα, περίφημο για τους κύκνους και τα φλαμίνγκο του, και στο οδικό πέρασμα Πίνο Ατσάδο, που οδηγεί στη Χιλή μέσα από δάση αροκαρίας. Από τη Σαπάλα συνεχίζει στα νότια για τη Σαν Κάρλος δε Μπαριλότσε διασχίζοντας τον εθνικό δρυμό Λανίν και φτάνοντας στη Χουνίν δε λος Άνδες και στη Σαν Μαρτίν δε λος Άνδες (λίμνη Ουετσουλαφκέν κρασπεδωμένη από δάση αροκαρίας, λίμνη Λακάρ, λίμνη Λολόγκ, κατοικημένη από ελάφια, δρόμος για την Πούκον στη Χιλή στη λίμνη Βιλιαρίκα με τη συνεχή θέα του επιβλητικού ηφαιστείου Λανίν· καλός ξενοδοχειακός εξοπλισμός, χειμερινά σπορ). Η λίμνη Ναουέλ Ουαπί, με τους διάφορους βραχίονες σε σχήμα φιόρδ στους πρόποδες των παγετώνων του Σέρο Τροναδόρ, σχηματίζει με τις γύρω λίμνες τον πυρήνα του εθνικού δρυμού, το κέντρο του οποίου είναι η Σαν Κάρλος δε Μπαριλότσε, στην οποία μπορεί να φτάσει κανείς απευθείας από το Μπουένος Άιρες με συχνές πτήσεις, τρένα και πούλμαν (θαυμάσιος ξενοδοχειακός εξοπλισμός, θερινές και χειμερινές διακοπές, τελεφερίκ, οδηγοί και ορεινά καταφύγια). Σκάφη με φέρι-μπόουτ σε ανταπόκριση με πούλμαν πηγαίνουν στην Πουέλια, στη Χιλή, φτάνοντας σε μία έως δύο μέρες στην Πουέρτο Βάρας και στην Πουέρτο Μοντ (αεροπλάνο, τρένο και πούλμαν για το Σαντιάγο). Νοτιότερα μπορεί να φτάσει στο χωριό Ελ Μπολσόν (λίμνες Πουέλο, και Επουγέν) και ύστερα στην Εσκέλ (αυτοκίνητο από τη Σαν Κάρλος δε Μπαριλότσε, αεροπλάνο και τρένο από το Μπουένος Άιρες), πύλη εισόδου στον εθνικό δρυμό Λος Αλέρσες με τα αιωνόβια δάση από λάρικες (λίμνες Φουταλαουφκέν, Μενέντες και Βέρντε, που μπορεί να τις διασχίσει με σκάφος· απλός ξενοδοχειακός εξοπλισμός). Ακόμα νοτιότερα, ανάμεσα σε συνεχή σειρά λιμνών, αξιοσημείωτες είναι η λίμνη Μπουένος Άιρες, προσιτή από το χωριό Περίτο Μορένο (προϊστορικής ζωγραφικής σε βράχους) και οι λίμνες του δρυμού Περίτο Μορένο (προσιτού από τη Λας Ορκέτας). Τέλος, ο ταξιδιώτης μπορεί να φτάσει στον εθνικό δρυμό Λος Γκλασιάρες, κόσμημα της παταγονικής περιοχής, με τη λίμνη Βιέντμα στους πρόποδες της επιβλητικής κορυφής Φιτς Ρόι και την Αργεντινή Λίμνη, στα νερά της οποίας εισδύουν παγετωνικά μέτωπα που σχηματίζουν τεράστιους όγκους· στη λίμνη μπορεί να πάει κανείς από την Καλαφάτε (καλός ξενοδοχειακός εξοπλισμός, δρόμοι από τη Σάντα Κρους και από τη Ρίο Γκαλιέγκος στην ατλαντική ακτή). Ο ταξιδιώτης μπορεί να συνεχίσει για τη Γη του Πυρός περνώντας από το χιλιανό έδαφος και διασχίζοντας με φέρι-μπόουτ τον πορθμό του Μαγγελάνου στην Πούντα Ντελγκάδα ή στην Πούντα Αρένας (αεροπλάνο για το Σαντιάγο και τη Ρίο Γκαλιέγκος)· από την πόλη Ρίο Γκράντε, στο βόρειο τμήμα του νησιού (αεροπλάνο), συνεχίζει με τον ενδιαφέροντα δρόμο που κρασπεδώνει τη λίμνη Φαγκνάνο και διασχίζοντας το πέρασμα Γκαριμπάλντι, φτάνει στην Ουσουάια (αεροπλάνο και ατμόπλοιο για το Μπουένος Άιρες). Η τοποθεσία αυτή στις ακτές της Διώρυγας Μπιγκλ, με τα επιβλητικά ορεινά τοιχώματα και τους παγετώνες, βρίσκεται στις παρυφές του εθνικού δρυμού Τιέρα ντελ Φουέγκο (δάση και λίμνες, καλοκαιρινό σκι)· είναι δυνατόν να οργανωθούν εκδρομές στο νησί Λόμπος, που κατοικείται από φώκιες, και στο νησί Ρεντόντα. Ξενοδοχειακές μονάδες. Στον καλό ξενοδοχειακό εξοπλισμό (κάθε κατηγορίας) του Μπουένος Άιρες, της Μαρ ντελ Πλάτα και της Σαν Κάρλος δε Μπαριλότσε και, σε μικρότερο βαθμό, της Μεντόσα και της Κόρδοβα, έρχεται σε αντίθεση ο πιο περιορισμένος των βόρειων περιοχών, των λιγότερο πολυσύχναστων δρυμών των Άνδεων και της Παταγονίας. Στα εστιατόρια σερβίρεται τόσο η διεθνής κουζίνα όσο και η γευστική κριόλια (ιθαγενής κρεολική), με περίφημα πιάτα που έχουν ως βάση τους το κρέας: ασάδο (ψητό στη σούβλα), πουτσέρο (στιφάδο με αλλαντικά και λαχανικά), τσουράσκο (χοντρή, ψητή μπριζόλα), μπίφε α καμπάλιο (μπριζόλα με αβγό), καρμπονάδα (στιφάδο με φρούτα και λαχανικά), παριλιάδα (κρέας στη θράκα), τσορίσο (λουκάνικα με μπαχαρικά), εμπανάδα (κρεατόπιτα)· τυπικό επιδόρπιο είναι το ντούλσε δε λέτσε. Θαυμάσια είναι τα τοπικά κρασιά και πολύ διαδεδομένο ρόφημα το ματέ.Στην Α. μετανάστευσαν κατά καιρούς αρκετοί Έλληνες, δημιουργώντας μια ακμάζουσα ελληνική κοινότητα, η οποία σήμερα αριθμεί περίπου 20.000 μέλη, σύμφωνα με τα στοιχεία του Αρχείου Ομογενειακών Οργανώσεων. Υπενθυμίζεται εξάλλου ότι από την Α. ξεκίνησε τη μεγάλη πορεία του ο κορυφαίος Έλληνας επιχειρηματίας του περασμένου αιώνα, Αριστοτέλης Ωνάσης. Ο παράκτιος δρόμος της Παταγονίας, κοντά στο Κομοντόρο Ριβανταβία της Αργεντινής. Τοπίο στη Γη του Πυρός, το νοτιότατο άκρο της Νότιας Αμερικής. Αστυνομικοί εναντίον διαδηλωτων στο Μπουένος Άιρες. Μετά το οικονομικό κραχ του 2002, 27 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στη διάρκεια των διαδηλώσεων. Οι κτηνοτρόφοι της Πάμπας, εκτός από τη σημαντική τους συμβολή στην οικονομία της Αργεντινής, συντηρούν επίσης όλες τις πατρογονικές παραδόσεις (φωτ. Salvat). Η συγκέντρωση των ζώων, το «ροντέο», λαμβάνει εορταστικό χαρακτήρα για τους κατοίκους της υπαίθρου (φωτ. Salvat). Τα κτηνοτροφικά προϊόντα τροφοδοτούν μια ανθηρή βιομηχανία κονσερβών (φωτ. Salvat). Μέχρι την ανάδειξή του σε πρωτεύουσα του κράτους, το λιμάνι του Μπουένος Άιρες «τροφοδότησε» μια σειρά συγκρούσεων, κατά τον 19ο αι., μεταξύ των κατοίκων της πόλης και των χωρικών (φωτ. Salvat). Ο στρατηγός Χοσέ Σαν Μαρτίν, ο πρωτεργάτης της εθνικής ανεξαρτησίας της Αργεντινής. Έφιππος γκάουτσο με τη χαρακτηριστική φορεσιά του. Η Πάμπα έχει τροφοδοτήσει έναν πλούσιο λαϊκό πολιτισμό, στον οποίο τα τραγούδια, οι χοροί και οι γιορτές έχουν ως πρωταγωνιστές τους γκάουτσος, σύμβολα μιας ζωής ελεύθερης και ανεξάρτητης. Ο Ντομίνγκο Φαουστίνο Σαρμιέντο, ένας από τους μεγαλύτερους Αργεντινούς συγγραφείς του 19ου αι. Σκηνή από την ταινία «Ο αρχηγός» του Αργεντινού σκηνοθέτη Φερνάντο Αγιάλα. Σκηνή από την ταινία «Piel de verano» του Λεοπόλντο Τόρε Νίλσον, δημιουργού μιας ομάδας ταινιών που γνώρισαν διεθνή φήμη χάρη στο ψυχολογικό τους βάθος. Άμβωνας ρυθμού μπαρόκ από σκαλιστό και επιχρυσωμένο ξύλο, της περιόδου του αποικισμού, που βρίσκεται στην εκκλησία του Χουχούι στην Αργεντινή (φωτ. Sef). Σπίτι στο Κοριέντες, τυπικό δείγμα της αργεντινής αρχιτεκτονικής του 17ου και 18ου αι. (φωτ. Sef). Το εξώφυλλο της πρώτης έκδοσης της ποιητικής συλλογής «Αργεντινή» του Μαρτίν ντελ Μπάρκο Σεντενέρα, που ήταν από τα πρώτα αξιόλογα έργα της αργεντινής λογοτεχνίας. Χαρτονόμισμα των 100 πέσος του 2000, λίγο πριν από την οικονομική κατάρρευση της χώρας. Οι περιοχές στις χιονισμένες πλαγιές των Άνδεων προσφέρονται για χειμερινές διακοπές. Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Αργεντινής Έκταση: 2.780.400 τ. χλμ. Πληθυσμός: 37.812.817 κάτ. 2002) Πρωτεύουσα: Μπουένος Άιρες 13.818.677 κάτ. το 2001) Σιδηροδρομική γραμμή που περνά πάνω από ποταμό στο Εσκουέλ (φωτ. Πρεσβεία Αργεντινής). Η μεγαλύτερη από τις 29 γέφυρες της σιδηροδρομικής γραμμής στην επαρχία Σάλτα. Έχει μήκος 224 μ., βάρος 1.600 τόνους και ύψος από το έδαφος 70 μ. Παιχνίδισμα δελφινιού στα νερά της χερσονήσου Βαλντές. Ευκαιρία για αγορά αναμνηστικών στα βουνά της Σάλτα. Καταυλισμός Ινδιάνων σε κοιλάδα της Αργεντινής (φωτ. Πρεσβεία Αργεντινής). Εντυπωσιακό θεατρικό χάπενινγκ στην πόλη Σαν Ισίντρο. Εντυπωσιακό θεατρικό χάπενινγκ στην πόλη Σαν Ισίντρο. Άποψη του ιστορικού κτιρίου Κάσα Ροσάδα στην πλατεία Πλάζα δε Μάγιο του Μπουένος Άιρες. Οι καβαλάρηδες της Αργεντινής, οι «γκάουτσος», αντιπροσωπεύουν έναν ανάλογο ανθρώπινο τύπο με αυτόν των «καουμπόηδων» της Βόρειας Αμερικής (φωτ. Πρεσβεία Αργεντινής). Ο τεράστιος κάμπος της Πάμπας. Οι καταρράκτες του Ιγκνάζου στην επαρχία Μισιόνες, αποτελούν αξιομνημόνευτο θέαμα. Μνημείο από την εποχή της αποικιοκρατίας στην πόλη Κόρδοβα, 710 χλμ. μακριά από το Μπουένος Άιρες. Η Αργεντινή διαθέτει πολυάριθμες λίμνες με πιο ενδιαφέρουσες εκείνες της ανδικής περιοχής, καθώς πρόκειται για λεκάνες παγετωνικής προέλευσης και συνεπώς έχουν μορφές που ακολουθούν την πορεία των Κοιλάδων. Το λάμα αποτελεί αντιπροσωπευτικό δείγμα της αργεντινής πανίδας. Εντυπωσιακό τοπίο στις όχθες του ποταμού Κοσκουίν. Νυχτερινή άποψη του Μαρ ντελ Πλάτα, από τα σημαντικότερα θέρετρα, νότια του Μπουένος Άιρες. Ένας νεαρός Αργεντινός με το λάμα του. Το ακορντεόν διαδόθηκε από τους Ιταλούς μετανάστες στην Αργεντινή και έγινε «εθνικό της όργανο». Η μουσική συνοδεύει όλες τις εκδηλώσεις ζωής στην Αργεντινή. Στη φωτογραφία μουσικοί κάνουν πιο ευχάριστο το ταξίδι επιβατών ενός τρένου (φωτ. Πρεσβεία Αργεντινής). Υπερσύγχρονοι ουρανοξύστες δεσπόζουν σε ένα αρκετά σύνθετο πολεοδομικό πλαίσιο, στο κέντρο του Μπουένος Άιρες. Το συγκρότημα που δημιουργήθηκε γύρω από την πρωτεύουσα της Αργεντινής φιλοξενεί περισσότερους από 11 εκατομμύρια κατοίκους. Νότια της Παταγονίας, στην Αργεντινή Λίμνη, βρίσκεται ο περίφημος παγετώνας Περίτο Μορένο, που είναι από τους μεγαλύτερους του κόσμου. Υπαίθρια αγορά χειροποίητων κεραμικών σε υψόμετρο 2.500 μ. Ο Χουάν Ντομίνγκο Περόν την εποχή της παντοκρατορίας του. Το ζεύγος Περόν σε λαïκή συγκέντρωση. Ο πόλεμος μεταξύ Αργεντινής, Βραζιλίας και Ουρουγουάης εναντίον της Παραγουάης, ήταν αποφασιστικής σημασίας για τον καθορισμό των συνόρων στη Νότια Αμερική. Παραθαλάσσιο κτίσμα στην πόλη Ουσουάια, στη Γη του Πυρός. Αποτελεί αφετηρία του ταξιδιού προς την Ανταρκτική. Είσοδος του σιδηδοδρομικού σταθμού «Φίν δελ Μούντο» στην πόλη Ουσουάια (φωτ. Πρεσβεία Αργεντινής). Ανθισμένος κήπος μπροστά στον σιδηροδρομικό σταθμό στο Σαν Ισίντρο, βόρεια του Μπουένος Άιρες. Το αργεντινό ταγκό έγινε γνωστό στην Ευρώπη πριν από τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο και γνώρισε τη μεγαλύτερη επιτυχία του αμέσως μετά τον πόλεμο. Διαδρομή τρένου μέσα από χιονισμένα τοπία καθώς διασχίζει τη Γη του Πυρός. (φωτ. Πρεσβεία Αργεντινής). Τρένο που διασχίζει την περιοχή της Παταγονίας (φωτ. Πρεσβεία Αργεντινής). Η Αργεντινή διαθέτει τοπία αντιπροσωπευτικά ολόκληρης της νοτιοαμερικανικής ηπείρου. Εντυπωσιακή διαδρομή μέσα από τα βουνά της Σάλτα. Στη χερσόνησο Βαλντές συναντάμε μεγάλες αποικίες από φώκιες και θαλάσσιους ελέφαντες που έρχονται στην περιοχή για αναπαραγωγές. Φωτογραφία του όρους Ακονκάγκουα από δορυφόρο της ΝΑΣA, τον Απρίλιο του 1994, από ύψος 220 χλμ. Το όρος αυτό στις νότιες Άνδεις, αποτελεί μεθόριο μεταξύ της Χιλής και της Αργεντινής (φωτ. NASA, earth.jsc.nasa.gov). Εικόνα από ένα συγκρότημα επεξεργασίας κρέατος. Χαρακτηριστικός τύπος αυτόχθονα της Αργεντινής. Η Κάσα Ροσάδα, στην πρωτεύουσα, διαμονή του αρχηγού του κράτους. Τα ερείπια των ιησουιτικών ιεραποστόλων του Σαν Ιγκνάσιο στην επαρχία Μισιόνες, στο βόρειο άκρο της χώρας. Στην κεραμική των Διαγιτών ανήκει το αγγείο που λέγεται "δελος μπαρεάλες", γκριζόμαυρο με παράλληλες εγχάρακτες γραμμές που πλαισιώνουν γεωμετρικά μοτίβα μαζί με τα πατροπαράδοτα εμβλήματα αιλουροειδών. Ανασκαφές που έγιναν στη βορειοδυτική περιοχή της Αργεντινής έφεραν στο φώς πλούσιο και ποικίλο υλικό, ανάμεσα στο οποίο χαρακτηριστικές υδρίες. Η κοιλάδα Λούνα στο Σαν Χουάν, σε μια από τις πιο χαρακτηριστικές πλαγιές των Άνδεων. Ο λόφος των Επτά Χρωμάτων, με τα χαρακτηριστικά πολύχρωμα πετρώματα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • Αμερική — I (America) Μία από τις πέντε ηπείρους του πλανήτη μας· γεωγραφικά χωρίζεται σε τρία τμήματα, τη Βόρεια Α., την Κεντρική Α. (μαζί με τα νησιά της Καραϊβικής θάλασσας) και τη Νότια ή Λατινική Α. Πολιτικά, τα τελευταία χρόνια έχει επικρατήσει η… …   Dictionary of Greek

  • Βολιβία — Κράτος της Νότιας Αμερικής.Συνορεύει στα Β και στα ΒΑ με τη Βραζιλία, στα Δ με το Περού και τη Χιλή και στα Ν με την Αργεντινή και την Παραγουάη.Η Β. είναι η μοναδική χώρα της Νότιας Αμερικής, μαζί με την Παραγουάη, που δεν έχει έξοδο προς τη… …   Dictionary of Greek

  • Βραζιλία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας Έκταση: 8.547.404 τ.χλμ Πληθυσμός: 174.468.575 κάτ. (2001) Πρωτεύουσα: Μπραζίλια (2.043.169 κάτ. το 2000)Κράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β με τη Γαλλική Γουιάνα (ΒΑ), το Σουρινάμ,… …   Dictionary of Greek

  • Ουρουγουάη — Κράτος της νοτίου Αμερικής. Συνορεύει Β και Α με τη Βραζιλία, Δ με την Αργεντινή. Βρέχεται Ν από τον Ατλαντικό ωκεανό.Η επίσημη ονομασία του κράτους, Ανατολική Δημοκρατία της Ο., οφείλεται στο γεγονός ότι κατά την εποχή της αποικιοκρατίας, η… …   Dictionary of Greek

  • εσπεριδοειδή — Είδη και ποικιλίες καρποφόρων δέντρων της φυλής των κιτρίων και κυρίως του γένους κίτρο, οι καρποί των οποίων εκτιμώνται ιδιαίτερα για την εύχυμη γλυκόξινη ή ξινή σάρκα τους. Τα ε. καλλιεργούνται στις θερμές, εύκρατες, υποτροπικές και τροπικές… …   Dictionary of Greek

  • Ουρουγουάης — (Uruguay). Ποταμός (1.650 χλμ.) της Νότιας Αμερικής, παραπόταμος του Ρίο ντε λα Πλάτα. Σχηματίζεται από τη συμβολή διάφορων ποτάμιων βραχιόνων που προέρχονται από τη Σέρα Ζεράλ στη νότιο Βραζιλία (ομόσπονδη πολιτεία Σάντα Καταρίνα), και… …   Dictionary of Greek

  • Παρανά — I Πολιτεία της νότιας Βραζιλίας· στα Α βρέχεται από τον Ατλαντικό και συνορεύει με την Παραγουάη (με τον ποταμό Παρανά) και με την Αργεντινή στα Δ, με τις ομόσπονδες βραζιλιανές Πολιτείες Σάο Πάουλο στα Β, Μάτο Γκρόσο στα ΝΔ και Σάντα Καταρίνα… …   Dictionary of Greek

  • Αργεντινός — ή, ό και όν 1. αυτός που ανήκει στην Αργεντινή ή προέρχεται απ αυτήν 2. φρ. «Αργεντινή δεκάρα» απατεώνας …   Dictionary of Greek

  • ήλιος — (Ηelianthus annus). Μονοετές φυτό της οικογένειας των δικοτυλήδονων συνθέτων. Η επιστημονική του ονομασία είναι ηλίανθος ο ετήσιος. Κατάγεται από την Κεντρική Αμερική, αλλά διαδόθηκε και καλλιεργείται σε διάφορες χώρες κυρίως για τον εδώδιμο… …   Dictionary of Greek

  • αυτοκίνητο — Όχημα το οποίο κινείται με κινητήρα που έχει πάνω του και το οποίο δεν σέρνεται από εξωτερική δύναμη. Γενικά χερσαίο όχημα που είναι κατασκευασμένο για να κινείται κατά κανόνα σε δρόμους και αντλεί την απαραίτητη για την κίνησή του ωστική δύναμη… …   Dictionary of Greek


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.